Αρκτικόλεξο: Henry (Ηigh Εarner, Νot Rich Yet): Κάποιος με μεγάλο μισθό, που δεν έχει καταφέρει να γίνει πλούσιος λόγω σπουδαστικού χρέους, υψηλού κόστους ζωής ή απαιτητικού lifestyle. Μία από τις λέξεις του 2025.

Ακόμα δεν μπορώ να βάλω λεφτά στην άκρη. Μήπως είμαι χένρι;

Got a better definition? Add it!

Published