Ο παλιόκαιρος και γενικά ότι γαμιέται. Το 'γαμώ' μπορεί να προστεθεί σε οποιοδήποτε λήμμα για να προσδωθεί αχρηστίλα και αηδία. Δες, γαμώτουρκος, γαμώβλακας, κ.ά..

Τί γαμώκαιρος μας έφεξε... Κι ο μαλάκας ο μετεωρολόγος μιλούσε για ηλιοφάνεια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ξενιτεμένος Έλληνας που μετά από λίγα χρόνια στο εξωτερικό ξέχασε τη γλώσσα και την πατρίδα του και κατά το γυρισμό στο χωριό του το παίζει μεγάλος και τρανός.

- Πώ, πω αδερφάκι μου, μεγάλος γασμούλος αυτός ο Γιώργης. Πώς το είπε αυτό; "Είναι νάϊς..." Τί πάει να πει αυτό; - Ότι είναι καλό ρε παπάρα... Φαντάζομαι κάτι είδε και του άρεσε...

Got a better definition? Add it!

Published

Μπάσταρδος. Επί Φραγκοκρατίας, γιός Φράγκου και υποταγμένης Ελλληνίδας ή Φράγκας και υποταγμένου Έλληνα.

Πλούσιος όσο δέκα φεουδάρχες ο Γεώργιος. Φημισμένος γασμούλος από τις καλύτερες οικογένειες του Μυστρά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατά τα χρόνια της Φραγκοκρατίας, δούλος.

Όσο και να χτυπάει ο αφέντης, δεν ακούγεται κιχ από κανέναν. Είναι όλοι βιλλάνοι.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που στην οικογένειά του είναι ο μόνος αρσενικός περιτριγυρισμένος από εικοσιεννιά κόρες, τριάντα αδελφές, είκοσι θείες, σαράντα ξαδέλφες και μια πεθερά - αλλά τι μιά...

Πώ πω ρε αδερφέ, πέντε κόρες έχει ο φουκαράς όπως ο Τέβιε στο Βιολιστή της Στέγης. Μουνόπληκτος τελείως, πάρτον ένα τηλέφωνο να πάμε για κάνα καφέ μπας και ξεθολώσει...

Got a better definition? Add it!

Published