Το αρχίδι σε πιο light κατάσταση.

-Εδώ και μισή ώρα με τρώει το αχρίδι.

%

Got a better definition? Add it!

Published

Ο κώλος ή το μουνί.

  1. Κοίτα ένα σκατό που βγαίνει από το τούνελ της.

  2. Υγράνθηκε το τούνελ σου;

(από GATZMAN, 03/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ρουφηξιά, λογικά από τσιγάρο.

Ρε πούστη, όλο μόνος σου θα το κάνεις, φέρε κι από δω καμιά τζούρα...

Δες και τζούρα κλαμπ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το βρίσκουμε και ως: με κλάνει, θα μου κλάσει τα παπάρια. Δεν μπορεί να μου κάνει τίποτα, δεν είναι της κλάσης μου.

- Ρε μαλάκα, θα σε δείρει.
- Θα με κλάσει/Θα μου κλάσει τα αρχίδια ή ακόμα καλύτερα: θα μου κλάσει το δεξί αρχίδι.

(από xalikoutis, 20/10/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

greek + english
Όταν οι Έλληνες συνδυάζουν τα Αγγλικά με τα Ελληνικά.

- We are επικίνδυνοι and we want to σκοτώσουμε you.

(από Khan, 29/07/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάποιος /-α που θεωρεί τον εαυτό του/της πολύ όμορφο, έξυπνο, γενικά τέλειο, και το λέει σε όλους.

— Καλά ρε, γιατί δεν με θέλει αυτή η γκόμενα, αφού είμαι κούκλος.
— Άντε ρε, ψώνιο.

Του Αρκά (από patsis, 20/06/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το τσόντα + βίος.

Αυτός που ζει από τις πορνοταινίες και τα τσοντοπεριοδικά, συνήθως δεν έχει γκόμενα και συνέχεια παίζει το πουλί του.

-Βρήκε γκόμενα ο τσοντόβιος ή ακόμα παιδεύεται με το χέρι του;

(από patsis, 10/04/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δεν έχει συγκεκριμένο ορισμό αλλά χρησιμοποιείται ως επίθετο για να φωνάξουμε κάποιον χωρίς να τον βρίσουμε, αλλά και χωρίς να τον φωνάξουμε με το όνομά του.

-Ρε γκουντρόν, πού είσαι και σε ψάχνω τόση ώρα;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πολύ άσχημη γυναίκα.

-Μαλάκα, πέρασε πριν μια φούρκα κόντεψα να ξεράσω.

Η μάγισσα Φούρκα (από poniroskylo, 05/12/10)Φούρκα - κλασική (από poniroskylo, 05/12/10)

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν κάποιος λέει κάτι προσβλητικό για τον άλλο και ο άλλος δεν μπορεί να πει τίποτα.

- Έχωσα μια τάπα στον Πάνο... Πήγε σπίτι του και άρχισε να κλαίει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified