Τα παλιά καλά χρόνια, στα γήπεδα της Σαλονίκης, στο κυλικείο (να το πει κανείς), εκτός από ροξ, πασατέμπο, λεμονάδες και τα τοιαύτα υπήρχε πάντα διαθέσιμος ένας καφές λαχταριστός μεν, γιαλαντζί φραπές δεν!

Φυσικά και εννοώ τον σπαστό καφέ, αυτό το αηδιαστικό μεν, ποθητό δεν ρόφημα, το οποίο πάγωνε σε βαρέλια γεμάτα πάγο-μπίχλα και σερβιριζόταν είτε στο μπαρ (-μπαριά και τούνεζι…) δίπλα στις τουαλέτες, είτε στο σερβίριζε το παλουκάρι στην θέση σου, πετώντας τον από κάποιες σειρές πιο κάτω αφού είχες ήδη πετάξει εσύ το αντίτιμο. Ενίοτε, ούτε εσύ πετύχαινες τον καρντά, ούτε αυτός εσένα, και καμιά φορά έχανες και κανένα γκολ… Σίγουρα όμως τον πετούσες στα κεφαλιά των οπαδών πέντε σειρές πιο κάτω όταν τελείωνες…

Η μάρκα (μ’ έκαψες) που θυμάμαι, ήταν η «Κυφωνίδης».

Σταματώ εδώ την αναπόληση για να προσπαθήσω να slangoποιήσω!

Για να πιεις αυτού του είδους καφέ, αφού πιέσεις με τα δάχτυλα και σπάσεις τον πλαστικό «υμένα», έπρεπε μετά να φραπεδιάζεις (με την slang έννοια) το κύπελλο ώσπου να αναμιχθεί καλά το μείγμα καφέ, ζάχαρης και νερού και να σχηματιστεί ένας αφρός που εξαφανιζόταν σε χρόνο dt. Ενίοτε γινόσουν μουνιόζ λόγω διαρροών.

Στο γυμνάσιό μου δε, βάρα ένα Κυφωνίδη σήμαινε το προφανές. Όπερ, χρησιμοποιείτο από τους τσόγλανους για να περιγράψει την μαλακίαν και μάλιστα την αποτυχημένη…

Για να τιμήσουμε όμως τις παιδικές μας slangιές, αλλά και να συμβάλλουμε και εις την γενική φραποκατάνυξη που επικρατεί εις το σλανγκ.τζιαρ το τελευταίο διάστημα, θεωρούμε ότι και εμείς πρέπει να βάλουμε ένα μικρό μόριο φραποσύνης…

Κυφωνίδης λοιπόν, μπορεί να θεωρηθεί ένας φραπές χαμηλού επιπέδου, ένας γιαλαντζί φραπές, ένας φραπές της παρηγοριάς, ένας φραπές πλάκα με κάνεις...

Ένας φραπές που σε λερώνει, σε στιγματίζει και σε κάνει να ποθείς τους τίμιους, αληθινούς φρεντοτσίνους με σιρόπι βανίλιας και μεζέ…

Λατέρνατιβ και πιο ρομαντικά και γούτσικα μπορεί να θεωρηθεί και ο πρώτος φραπές ενός παρθένου εφήβου (λόγω του υμένος, λέμετε τώρα…). Ζήτω ο Εδεσσαϊκός!

  1. - Αλλά τώρα, πού Τσαρίνα… φράγκα μόνο για κάνα Κυφωνίδη μας έμειναν κι αυτόν μάνιουαλ…

  2. Παλιότερα στη φραπεδούπολη πίναμε αποκλειστικά τον γνωστό σπαστό καφέ Κυφωνίδη, πραγματικά γκουρμεδιάρικο καφέ, πολύ πριν ακόμα ανακαλύψουμε και στη χώρα μας τους εσπρέσους, τους καπουτσίνους και εκείνους τους αστείους φρέντους. (από εδώ)

(από BuBis, 20/08/09)"Κυφωνίδη Ο καφές του καλού γούστου". Τοίχος καταστήματος. Κίου και Πασαλίδη, Καλαμαριά. Φωτογραφημένο τον Νοέμβριο του 2013. (από patsis, 22/11/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη που απαντάται πάντα σε ερωτηματική μορφή.

Συνήθως προηγείται αυτής η αναφορά σε συγκεκριμένο άτομο που είναι παρών/ -ούσα και ακολουθεί αυτήν, χωρίς να είναι απαραίτητο, -με ολίγη καθυστέρηση και έμφαση στο «ή»- , η φράση «ή έχω καιρό να (σε) γαμήσω;», ιδίως αν το άτομο σκάσει χαμογελάκι.

Όπως είναι προφανές, χρησιμοποιώντας αυτόν τον ορισμό δεν αναφερόμαστε στα κάλλη του ατόμου, αλλά το λέμε ως χλευασμό, κοροϊδία ή, ειρωνικά, για πολλούς και διαφόρους λόγους, συνήθως όταν μας πουλάν μούρη ή μας την δίνουν στα νεύρα.

Ενδέχεται φυσικά, όντως να έχει ομορφύνει η / o τύπισσα / τύπος και όντως να έχουμε καιρό να την / τον γαμήσουμε, ή όντως να βρισκόμαστε σε κατάσταση Ε.Λ.Π.Α. και δείχνουμε έτσι ένα πρωτότυπο ενδιαφέρον…

  1. Τεε έγινε φίλος ; Μανγκιά (sic); Ομόρφυνες… ή έχω καιρό να γαμήσω;

  2. Βρε, βρε το Λίλιαν! Ομόρφυνες βρε!

oμόρφυνες; (από BuBis, 07/05/09)(από Khan, 09/10/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περιγραφικός όρος για περιστασιακούς λημματοδότες που καταθέτουν την σλανγκιά τους (πετυχημένη ή μαλακία δεν έχει σημασία) once ή για ένα φεγγάρι και εξαφανίζονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα ή και για πάντα, στην ανωνυμία του ανώνυμου πλήθους.

Θεωρείται ότι αυτοί οι one night slang δεν είναι δυνατόν να εθιστούν ούτε στην ηρωίνη! Όχι σαν κάτι άλλους, ονόματα μην λέμε!

- Ρε bubis που χάθηκες με τα ωραία σου ; (λέμε τώρα… παράδειγμα είναι!)

- Άσε ρε Panos_ 2 ! Έκανα ένα one night slang μόνο! Ξέρεις έχω δουλειά, παιδιά, ζωή και χιούμορ… δεν έχω χρόνο σου λέω! Και συ, χάθηκες ; Πώς και δεν γραφείς πια;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αγνώστου ετυμολογίας έκφραση που περιγράφει ξαφνική, αναπάντεχη αλλά και σπασαρχίδικη εμφάνιση/παρέμβαση, πότε ευχάριστη και πότε δυσάρεστη.

Συντάσσεται ορισμένες φορές με την λέξη «πούτσα» και την έκφραση «σαν την πούτσα». Σοβαροί ερευνητές, μετά από 3 τσίπουρα, πιθανολογούν ότι μπορεί να είναι προϊόν αναγραμματισμού του αυτού ανατομικού μέλους (με κομμένη την άκρη λιγουλάκι).

Συνοδεύεται συνήθως από θαυμαστικό στον γραπτό λόγο, ενώ στον προφορικό από θαυμασμό.

  1. - Και τότε guys, τσουπ!, σκάει μύτη η Αφροξυλάνθη με το ξώβυζο στο πάρτυ και έγινε το έλα να δεις! - Και τελικά;
    - Δυστυχώς, εγώ μόνο είδα…

  2. - Κάθε φορά που πήγαινα να της μιλήσω για να την ψήσω για τα περαιτέρω, πεταγόταν, τσουπ! σαν την πούτσα ο Λάκης, και άρχιζε τα λιβανίσματα για το πόσο γεια σου είναι το slang.gr, και να το επισκεφτείς, και τι καλά παιδιά γράφουν εκεί, και τι καλούς πόντους δίνουν, κλπ, κλπ. Αμάν πια!

απο δω λετε; (από BuBis, 18/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Normal : αυτός που παντρεύεται και μένει στο σπίτι των πεθερικών του.

Abnormal : και για να μην έχουμε τίποτις slangαρχιδιές υπάρχει και η slangία του!

Έτσι λέγεται και το ρεμάλι που ούτε παντρεύεται την καημένη την κόρη (καλό κουμάσι κι’ αυτή), αλλά ξημεροβραδιάζει στο σπίτι της (με ή άνευ γονέων) και συνήθως είναι άεργος, ψάχνει συνέχεια για δουλειά ή το ψυγείο ή ξημεροβραδιάζεται στο slang.gr. Δεν έχει καμιά σχέση όμως με gigolo, πιο πολύ με xecolo, δηλαδή να βγαίνουν τα προς το ζην.

Ιδιαίτερες περιπτώσεις σώγαμπρου συναντιούνται στους φοιτητικούς χώρους. Είναι κάποιοι που κάνουν όλη τους την φοιτητική «θητεία» χωρίς να πληρώνουν νοίκι!

Ο όρος αυτός δεν είναι δόκιμος για γυναίκες. Πολλοί άρρενες θα έκαναν αμάν να τους κάτσει καμιά «συννυφάδα».

Στον εργασιακό χώρο, έτσι λέγονται οι συγγενείς, φίλοι, τσιράκια ή γκόμενοι /-ες του αφεντικού που, από το πρωί ως το βράδυ, τα ξύνουν (2 ή 12), αλλά κανένας δεν τους βάζει χέριι (ή πόδι).

Το ίδιο συμβαίνει και στον πολιτικό χώρο, αλλά με την έννοια ότι κάνουν ό,τι θέλουν ελέω αρχηγού, παρόλο που προέρχονται από άλλο πολιτικό χώρο.

  1. - Ρε καλώς τον σώγαμπρο! Τεε έγινε; Ακόμα σε έχει σπιτωμένο το Λίλιαν ;
    - Μπα μωρέ, βρήκα άλλη με πιο γρήγορο ADSL.
    - Καλά, έτσι όπως πας, θα είσαι στο τζάμπα μέχρι διδακτορικό!
    - Yes, master.

  2. Σώγαμπρος στο ΠαΣοΚ, το οποίο ουδέποτε ηγάπησε, πολύ συχνά βρήκε αχώνευτο και ορισμένες φορές περιφρόνησε (αλλά και καβάλα στο οποίο έκανε μια συναρπαστική, διάβολε, πολιτική διαδρομή!), ο Κώστας Σημίτης, δύο και τρεις φορές αποπεμφθείς υπουργός του Ανδρέα Παπανδρέου, αναδειχθείς σε ηγέτη με την ψήφο φόβου των συντρόφων του μη και χάσουν την εξουσία, δύο φορές ψηφισμένος από τον λαό πρωθυπουργός, είχε, έχει και θα έχει κάθε δικαίωμα να γράφει και να δημοσιεύει. (Από blog)

σωγαμπρος (από BuBis, 18/02/09)Ο αστεράτος σώγαμπρος της δεξιάς κυβέρνησης Σαρκοζίξ με το αριστερό παρελθόν. (από Hank, 18/02/09)Γιάννος Π. -- \'nuff said! (από Vrastaman, 18/02/09)(από BuBis, 18/02/09)πρωην... (από BuBis, 18/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ελληνιστί: «ότι πεις εσύ αφεντικό», αλλά προτιμάται τελευταίως εις την αγγλική.

Φράση η οποία μπορεί και να έχει τις ρίζες της στην εποχή των ιπποτών ή των σαμουράι ή και των σαολίν, κουνκ φου, ζίου ζίτσου και παρομοίων κινέζικων λέξεων και πολεμικών τεχνών.

Η φράση μπορεί να λεχθεί με ειρωνική, περιπαικτική, αλλά και σκωπτική διάθεση.

Λέγεται με παιδική φωνούλα ή με κινεζική προφορά και ελαφρά κλίση της κεφαλής (περαιτέρω κλίσεις καταντούν αηδία ή το υποκείμενο έχει ήδη λουμπάγκο). Ενίοτε συνοδεύεται από ένα «μαλάκα» χαμηλοφώνως.

Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε, είτε την ανωτερότητα του αντικειμένου της ζήλειας και του φθόνου μας (όταν όντως είναι ανώτερο μας ή απλά το αφεντικό μας), είτε τον δουλεύουμε άγρια και θέλουμε να το κάνουμε προφανές.

Χρησιμοποιείται ιδίως από την ευγενή τάξη των υπαλλήλων γραφείου, κάποιας ηλικίας, προς τους ΙΤ και κομπιουτεράδες της εταιρίας, όταν έρχονται και μας πουλάνε μούρη για κάθε μαλακία που κάνουμε με τους Η/Υ.

- Ρε Βαγγέλα, δεν σου είπα να αρχειοθετήσεις ξεχωριστά τα εξερχόμενα από τα εισερχόμενα ; Πάλι μνι τα έκανες, gtp είσαι…
- Yes, master - Τι είπες ρε;
- Τίποτε αφεντικό, θα το κάνω αμέσως, - μαλάκα…

- …(μετά από μια ώρα διάλεξης…) μετά θα συνδέσεις το firewire, θα πατήσεις download, στο port21 πάντα, θα βάλεις κωδικό, και μετά όλα εντάξει. Όπως σου είπα και χθες… και τα έκανες πουτάνα. Κατάλαβες;
- Yes master…

- Ρε Λιλιαν, ωραίες πίπες κάνεις! Πάτα μου ακόμα μια.
- Yes master! (και μετά ξύπνησα)

yes, master (από BuBis, 18/02/09)Igor (από Pirate Jenny, 18/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη, περιπαικτική, που περιγράφει καλές κοπέλες από κακές οικογένειες, ή κακές κοπέλες από καλές οικογένειες, ή τέλος πάντων οποιουδήποτε συνδυασμού, οι οποίες, όπως αφήνει να εννοηθεί το λήμμα, απλά είτε κερατώνουν τον σύντροφο τους, είτε γενικά την πλέκουν την κάλτσα του φαντάρου.

Παράφραση του ονόματος της ηρωίδος του γνωστού μυθιστορήματος της Λιλής Ζωγράφου, «Η αγάπη άργησε μια μέρα», που διασκευάστηκε σε σήριαλ για την ελληνική τηλεόραση το 1997 (δηλαδή Ερατώ την λέγανε αν δεν είναι obvious).

Χρησιμοποιείται και για άλλα πρόσωπα με άλλα ονόματα φυσικά, εκτός της Ερατούς.

Δεν ξέρω γιατί μου θύμισε και την φράση «πολύ καλό κορίτσι» που λέγαμε παλιά, βάζοντας ταυτόχρονα την γλώσσα μας στο μέσα μέρος του μάγουλου μας, μιμούμενοι ξέρετε τι. Δοκιμάστε το…

- Καλό κορίτσι η Αφροξυλάνθη, ε; Τυχερός, ο φίλος μας ο Γιαννάκης ο Μυλωνάς.
- Kαλά δεν λες τίποτε, και η Κερατώ τον άνδρα της με τους πραματευτάδες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πειρακτικός όρος για γεροντοφρικιά και άλλους συνομηλίκους τους που αγοράζουν μηχανές για πρώτη φορά στα 40+ αλλά δεν είναι ούτε τόσο φραγκάτοι, ούτε και τόσο ψώνια για να πάρουν Harley και βολεύονται με μηχανές μικρού κυβισμού.

Ενίοτε παν και διακοπές στα νησιά το καλοκαίρι μ’ αυτές, αλλά συχνά σπάνε και κάνα ποδαράκι...

Αν συνοδεύονται και από αίσθημα (σ' αυτήν την ηλικία λέγεται σύζυγος…) προσθέτουμε και το Σοφία (Αλιμπέρτη). Δεν συνοδεύονται όμως από χαίτη…

Ρε καλώς τον Γαρδέλη! Πού το φάγαμε το γόνατο πάλι; ΠΣΚ με την enduro και το Σοφάκι πάλι;

(από BuBis, 16/02/09)(από Khan, 14/11/13)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σακάκι το οποίο φοριέται σε κηδείες, γάμους, βαφτίσια, λοιπές εκδηλώσεις, αλλά και σε συνεντεύξεις για δουλειά και άλλες επίσημες εμφανίσεις, από άτομο το οποίο συνήθως δεν φοράει τέτοιου είδους ρούχα (γεροντοφρικιό, λέτσος, μπίχλας, άνετος, μοντέρνος κλπ, κλπ, το πιάσατε το νόημα ελπίζω) ή τα φοράει σε συνδυασμό με τελείως φευγάτα ρούχα, χρώματα, αξεσουάρ, κλπ.

Ονομάζεται έτσι, γιατί είναι σαν να το έχει υφαρπάξει ο φορών από το φέρετρο του παππού του λίγο πριν τον παραχώσουν. Όπερ, στραβοχυμένο, τριμμένο, παλιάς μόδας, ψιλο-λερωμένο και χοντρο-τσαλακωμένο, και κάνα δυο νούμερα μικρότερο ή μεγαλύτερο από το δικό του.

- Και εκεί που περίμενα στην σειρά μου για συνέντευξη, σκάει μύτη ρε ένας παίχτης με εμφάνιση γάμησέ τα, λέχρα, αλλά με σακάκι του παππού! Ξεκαρδίστηκα στο γέλιο…
- Και τι έγινε την πήρες την δουλειά;
- Τα αρχίδια μου πήρα… ο τύπος ήταν ο υπεύθυνος Ανθρωπίνου Δυναμικού… Τώρα θα συνδυάσω το δικό μου Armani με γραβάτα του κρεμασμένου…

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  • Aπάντηση σε πρόταση, ιδίως από σύζυγο σε σύζυγο, για άγριο σεξ όταν έχει προηγηθεί καβγαδάκι, κλπ.
  • Όταν δεν (σε) γουστάρει η γκόμενα
  • Περιγραφή κατάστασης όταν παρόλο που υπάρχει θέληση, ή έχουν έρθει οι Ρώσοι ή το παιδί είναι σε απόσταση βολής.

Όπως π.χ. χθες βράδυ… Γάμησέ τα δηλαδή!

...και μη μου λες ότι δεν θυμάσαι και μαλακίες. (από Mr. Cadmus, 04/03/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified