Anti Gasma Patrol. Εξειδικευμένη στρατιωτική αργκό. Πρόκειται για απομονωμένες παρέες (Αθηναίων κυρίως) φαντάρων εξοδούχων στη Γκασμαδία. Καμία σχέση με κάρτες γραφικών...

Ο Τόνυ, ο Τζων και ο Δημήτρης έκαναν επιτέλους A.G.P. εκείνο το βράδυ μετά από πολλές μέρες υπηρεσίας...

Got a better definition? Add it!

Published

Ο άγαρμπος, τρομερά αδέξιος άνθρωπος που είναι γραφτό να του πέσει κάποιο αντικείμενο απ' τα χέρια ή να κάνει ζημιά.

Χρησιμοποιείται και σαν επιφώνημα. Δημοφιλές και για τερματοφύλακες...

- Πρόσεχε με αυτό το δίσκο, Λάκη θα σου πεσ....
- Μανταλάκια!

Βλ. και παράλjυτος, μανταλάκιας, παρμένο, άταρο, κουλός, ο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δάνειο από την ισπανική γλώσσα, χρησιμοποιείται ως επιφώνημα πανηγυρικής επιτυχίας, επικράτησης ή έντονης επιδοκιμασίας. Αντίθετα απ' το αντίστοιχο των ταυρομαχιών, ο τόνος μπαίνει πάντα στο «ό».

Εκφωνητής: ..και η ομάδα μετά το 2-0 παγώνει το παιχνίδι κάνοντας κοντινές πάσες στο χώρο του κέντρου...
-Κερκίδα: Όλε!
-Κερκίδα: Όλε!
-Κερκίδα: Όλε!
-Κερκίδα: Όλε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ημι-μάγκικη έκφραση η οποία σημαίνει ότι έχω πετύχει την μέγιστη δυνατή ταχύτητα του οχήματός μου και συνεχίζω ακάθεκτος. Παρομοίως: το σανιδώνω, πάω με τα χίλια, πάω γαμιώντας.

-Ρε Μήτσο, κάνε λίγο άκρη τη νταλίκα να κατέβω μισό... κατουριέμαι...
-Αδέρφι, δε ξέρω αν το 'χεις καταλάβει, αλλά έχουμε πιάσει τελικές εδώ πέρα...

Βλ. και φουλάρω, τελικιάζω, κομμάτια, πηγαίνω, τέζα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα γούκι (αγγλ. Wookiee) είναι μια μυθική φυλή εξωγήινων ανθρωποειδών όντων, ενδημικών του πλανήτη Κασίκ (αγγλ. Kashyyyk), ο οποίος βρίσκεται ξεχασμένος κάπου μέσα στο αστροπολεμικό σύμπαν του φαντασιόπληκτου Γεωργίου Λουκά.

Αν και νοήμονα όντα, χαρακτηρίζονται από ωμούς τρόπους, μυώδη σωματότυπο, υπερβολική τριχοφυΐα και ενδιαφέρουσα «γλώσσα», η οποία αποτελείται κατά κύριο λόγο από άναρθρες κραυγές.

Σλανγκικώς λοιπόν, περιγράφει ακριβώς τον παραπάνω τύπο ανθρώπου, το πιθήκι, το τριχωτό ντούκι (κάνει και ρίμα, χα!), που δεν έχει ούτε τρόπους, ούτε γνώση περί σωστής χρήσης της μητρικής του γλώσσας πέρα από όσα έμαθε στην τετάρτη δημοτικού.

- Φιλενάδα τάξε μου!
- Τι;
- Θα βγώ με τον Λεωνίδα!
- Έλα! Αυτό το γούκι; Τόσο απελπισμένη πια;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σκεύασμα το οποίο χορηγείται σε περιπτώσεις μπουχτίσματος και καθημερινής τρέλας. Περιέχει τα ενεργά συστατικά: «sick», «of», «it» & «all».

Αντενδείξεις - παρενέργειες: Ζαλάδα, έμετος, υπνηλία, βαρεμάρα, απραξία. Κυκλοφορεί σε δισκία, εναιώρημα και υπόθετα.

Προσοχή: Να μην καταναλώνεται από άτομα που κάνουν ήδη χρήση του σκευάσματος «σταρχιδιαμόλη».
Δίνεται και άνευ ιατρικής συνταγής.

Δε μπορώ άλλο, έχω μπουχτίσει... Θα πάω στο φαρμακείο να πάρω πέντε κουτιά σικοβιτόλη γιατί δε με βλέπω καλά...

Η λήψη του σκευάσματος συνιστάται να συνοδεύεται από ταβανοθεραπεία.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κλασική έκφραση - απορία ελαφράς αγανάκτησης σχετικά με μια αναπάντεχη και κάπως ανεπιθύμητη επίσκεψη ή τηλέφώνημα κατά τις πολύ πρωινές ώρες. Πέρα από τη δυσφορία, η έκφραση αυτή υπονοεί, κάπως χιουμοριστικά, ότι η ιδέα για την απρόσμενη επαφή τόσο νωρίς δε θα μπορούσε να έχει άλλη προέλευση από ένα θεόσταλτο ίσως όνειρο στον ύπνο εκείνου που την πραγματοποίησε.

- Έαε... καλημέρα. Πάμε για καφέ;
- Καλά, στον ύπνο σου με έβλεπες; Εφτά παρά είναι ακόμα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δηλώνω ότι θα φύγω, αλλά τη βλέπω Μπόρις, δεν πάω πουθενά και τους δουλεύω όλους ψιλό γαζί.

- Τι θα γίνει τώρα; Θα μας αδειάσεις τη γωνιά ή θα μπρεξιτάρεις για πολύ ακόμα;

Got a better definition? Add it!

Published