Σχολή όπως τα ΤΕΙ στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, μόνο που για να περάσεις εκεί πρέπει να αποτύχεις στα Τ.Ε.Ι. αλλά και στα Α.Ε.Ι.

Βγαίνει από τα αρχικά Τσίμπα Έν' Αρχίδι.

— Πέρασε ο Γιώργης κυρ-Νίκο σε καμιά σχολή;
— Ναι ρε μαλάκα, πέρασε στα ΤΕΑ σαν εσένα πέρυσι.

(από perkins, 18/05/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εκτός από τις σημασίες που εδόθησαν εδώ, επισημαίνω ακόμη δυο:

1) Η υποχρεωτική εργασία εκπαιδευτικού της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης σε απομεμακρυσμένο χωριό προς εξυπηρέτηση και της επαρχίας, τρόπον τινά.

Συνήθως το συγκεκριμένο αγροτικό κρατά μια σχολική χρονιά.

2) Το ροζ τσιγαρόχαρτο.

Παρείχετο δωρεάν στους αγρότες καπνοπαραγωγούς και δεν είχε κόλλα, όπως αυτά του εμπορίου, με αποτέλεσμα (για να μην ξεκολλάει) να πρέπει να το δαγκώνουν κατά μήκος της πλευράς που επρόκειτο να κολληθεί, με μικρές και συστηματικές δαγκωνιές, έτσι ώστε να γίνει η πλευρά αυτή πιο ανώμαλη.

Ο δεύτερος τρόπος ήταν να έχει φάει ο σαλιωτής κάνα υποβρύχιο λίγο πριν στρίψει το τσιγάρο. Λέγεται, και δεν είμαι σίγουρος για την εγκυρότητα της πληροφορίας, ότι το χρώμα του τσιγαρόχαρτου ήταν το ροζ για να μην μπορούν οι αγρότες να τα μεταπωλήσουν στην αγορά.

  1. - Διορίστηκες μωρή κουφάλα έμαθα. Άντε και καλή αρχή!
    - Ναι καλά, έχω πρώτα αγροτικό στο Γαϊδουρονήσι. Τα γαϊδούρια εκεί με στείλανε.

  2. - Κοίτα ρε Θανάση, τώρα που βρήκα λίγο αλβανό ξεμείναμε από χαρτάκια, την Παναχαϊκή μου μέσα!
    - Κάτσε ρε, έχω 'γώ κάτι αγροτικά από το γέρο μου.
    - Αρχίδια γάρο θα κάνουμε ρε μαλάκα. Άσε που θα βρωμάει, θα ξεκολλάει κιόλας.

(από perkins, 20/06/10)(από perkins, 20/06/10)(από perkins, 20/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο τύπος που εχει αναφερθεί και ως σαύρα ή σαυροειδές ή καληνύχτας, ο οποίος επιδιώκει μετά μανίας σχεδόν να βρίσκεται κοντά σε άτομα του ασθενούς (σιγά...) φύλου, να κλείνει σπανιότατα και κανένα κουτσοραντεβουδάκι, αλλά τελικά γυρνάει μόνος κι έρημος σπίτι του χωρίς εν τέλει να καταφέρει να ικανοποιήσει τη λίμπιντό του.

Εν ολίγοις τελικά τα πλένει πάντα στο χέρι.

— Τεράστιο αεροβόλο ρε συ ο Λάκης. Δεν τον είχα κόψει για έτσι!
— Εγώ σου τα 'λεγα, μας είχε φλομώσει στους δράκους τόσον καιρό.

(από perkins, 20/05/10)(από perkins, 20/05/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικά, η μάχη αεροσκαφώνε με σκοπό την αναχαίτιση ή και την κατάρριψη του ενός από το άλλο.

Σλανγκικώς, η λογομαχία που γίνεται «στον αέρα» μεταξύ σοβαρών κυρίων με διαφορετικές απόψεις. Μπορεί να συμβαίνει στην πάρα πολύ ποιοτική μεσημβρινή ζώνη των καναλιώνε, αλλά και στα επίσης ανυπερβλήτως ποιοτικά δελτία ειδήσεώνε τους.

Ενίοτε γίνεται και στον αέρα των ερτζιανώνε.

Στον απόηχο της χθεσινής «αερομαχίας» Βγενόπουλου, Βαρδινογιάννη και Πατέρα μέσω της συχνότητας του NovaΣΠΟΡ FM 94,6, o Παναθηναϊκός κινείται για την απόκτηση κεντρικού αμυντικού. (από το Nova sport-fm 94,6.)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα «μισά» πακέτα που κυκλοφορούσαν πολύ παλιότερα και είχαν δέκα τσιγάρα αντί για είκοσι.

Τα τελευταία χρόνια ξανακυκλοφόρησαν σε λίγα κομμάτια κάποιες μάρκες όπως τα Origin του Καρέλια (το 2002) και τελικά απαγορεύτηκε η πώλησή τους υπ' αυτήν τη μορφή.

Κάποιοι τα λέγανε και φοιτητικά.

— Φίλε, πάμε στο Ελλάς για κάνα μπυρόνι;
— Δεν παίζει μία.
— Έλα ρε, τα βάζω 'γω κι έχω και για ανήλικο...

θεριακλου (από perkins, 01/06/10)Baby Herman (από poniroskylo, 31/07/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τα σκάρτα, τα υπόλοιπα ή αποδέλοιπα. Αυτά που αφήνονται από όλους στο τέλος της διαλογής ως άχρηστα. Τα Β' διαλογής υλικά, τρόφιμα, ρούχα, ακόμη και μουνιά.

Τα συναντάμε ιδιαιτέρως στην Κεφαλλονιά και στη Λευκάδα, υποθέτω δε ότι θα χρησιμοποιείται και στα αποδέλοιπα των Επτανήσων. Στην Σάμο λέγονται αποδιαλεγούδια και έχουν την ίδια σημασία (αυτά που απέμειναν).

Προφάνουσλυ, ετυμολογικά ο όρος παράγεται από την πρόθεση «από» και το ρήμα «διαλέγω», ήτοι ξεδιαλέγω, ξεχωρίζω.

  1. - Πάρε μάτια μου καποσάντε* να νοστιμίσεις.
    - Ναι, που αφήκατε ούλα τα αποδιαλεούρια;

(*Στρείδι ή χτένι του Αμβρακικού κόλπου κυρίως.)

  1. Ρε πούστη άνδρα, άσε κάνα πιπίνι και για μας που να είναι αξιογάμητο. Μόνοτα αποδιαλεούρια δεν έχεις χτυπήσει σ' αυτή την κωλοσχολή!

Αποδιαλογέας ελαιοκαρπου (από perkins, 18/06/10)ο καποσάντες  (από perkins, 18/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Για την ακρίβεια: Απ' όλων(ας). Πρόκειται για αγνώστου πατρός νεογνό του οποίου η σύλληψή επισυμβαίνει κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες λιώματος, νταγκλαντές ή μειωμένων αναστολών γενικότερα. Η μητέρα δεν γνωρίζει την ταυτότητα του πατρός, καθώς είναι ελαφρών ηθών και με πολυπληθείς παρέες. Οπότε, όποιος πρόλαβε, το έσπειρε το μούλικο.

Είναι κάτι ανάλογο με τα τσιγάρα απόλλων ως προς την κοινοκτημοσύνη, άλλα με διαφορετικό αντικείμενο απόλαυσης.

- Να σου ζήσει Λίλιαν το μωρό. Πω πω ένας άντρακλας, θέλω να γίνω νονά του, αγάπη μου.
- Θα το βγάλουμε Απόλλων..ξέρεις εσύ, κάπου εκεί σε θυμάμαι κι εσένα!

Ναός για τις βαφτίσεις των Απ\'όλων(ων). (από perkins, 01/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η γιαγιά που τυγχάνει κατά κύριο λόγο να είναι και σλανγκομούνα. Όχι ότι αν δεν είναι λέγεται αλλιώς, αλλά να, εκεί στη Σετινσουλία, οι γιαγιάδες είναι όντως και πολύ άτομα.

Λέγεται φυσικά και βάβω, αλλά και νόνα.

- Μαλάκα μου τι θα ντυθούμε τσ' Αποκρές (χωρίς ι)
- Κοκολοΐστρες...
- Με τι κότολα ρε, πούθενε;
- Θα πάρουμε κρυφά τση βαβάς μου, έχει τρία - τέσσερα και δε θα το πάρει χαμπέρι.

βαβά του μόχθου. (από perkins, 02/11/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημάδι στο αριστερό συνήθως χέρι, μεγέθους νομίσματος των είκοσι λεπτών, προκαλούμενο υπό του εμβολίου κατά της ευλογιάς που γινόταν με εξασθενημένο ιό από νοσούντα βοοειδή (δαμάλια). Κατά την εφαρμογή του εμβολίου άνοιγε πληγή στο δέρμα του χεριού που διαρκούσε μέχρι τρεις εβδομάδες (αν όλα πήγαιναν καλά). Παλιότερα κάτι έκαναν και με κάτι ξυράφια αλλά δεν τον κόβω κιόλας.

Το συγκεκριμένο παράσημο εικάζω ότι σταμάτησε να απονέμεται στην αρχή της καλόγουστης δεκαετίας.

Τάργκετ γκρούπ ήταν τα παιδιά από δέκα ως δώδεκα χρόνων τα οποία συνήθως ήταν δεξιόχειρες, άντε και αμφίχειρες, και καθώς τα περισσότερα ήταν είτε μαθητές είτε χειρώνακτες έτρωγαν το εμβόλιο στο χέρι που και καλά δεν χρειαζόντουσαν άμεσα στην καθημερινότητά τους για το χρονικό διάστημα που διαρκούσε ο πόνος .

Η λέξη προέρχεται απο το Ιταλικό vaccina που θα πει εμβόλιο, στα Εγγλέζικα vaccine.

Η όλη διαδικασία λέγεται και δαμαλισμός.

  1. Κι ητανε ενα εμβολιο του δαμαλισμου το λεγανε, μαλλον για να μη γινουμε δαμάλια μεγαλωνοντας, που βγηκε επικινδυνο και το αποσυρανε οταν ητανε η σειρα του να το κανω, και μεχρι να βγει το καινουργιο η μανα μου το ξεχασε, και δε τοκαμα ποτε, μαλλον γιαυτο γινηκα μοσχαρα μεγαλωνοντας, αλλα κανεις δε μας ειπε τι απογινανε τα παιδακια που χανε προλαβει να το κανουνε απο εδώ

  2. Τα πιο συνηθισμένα προφυλακτικά εμβόλια είναι τα εξής: τ' αντιδιφθεριτικά και αντιτετανικά, τ' αντιτυφοπαρατυφικά, το αντιφυματικό, γνωστό σαν εμβόλιο του Καλμέτ, το αντιλυσσικό, το αντιπολιομυελιτικό, που γίνεται ενδομυϊκά, ή από το στόμα, το αντιευλογιακό ή δαμαλισμός, όπως επιστημονικά λέγεται, επειδή το μικρόβιο αρχικά πολλαπλασιάζεται στο δέρμα των δαμαλιών, το αντικοκιτικό και το εμβόλιο ενάντια στην ιλαρά.απο εκεί

  3. «Διάλεξις επί της αγελαδινής ευλογιάς». Τέλος, το τέταρτο ήταν το κεφάλαιο «Εύρεσις της δαμαλίδος ή δαμαλισμού, κοινώς λεγομένης Βακκίνας», στο βιβλίο του ιατρού Σεργίου Ιωάννου, «Πραγματείας Ιατρικής, τόμος πρώτος περιέχον επίτομον Ιστορίαν της Ιατρικής Τέχνης», Κωνσταντινούπολις 1818. Ας σημειωθεί ότι ο όρος δαμαλισμός, όπως διαπιστώνεται από την έρευνα, εισάγεται στην ελληνική ιατρική ορολογία, το 1802. ....και .........
    Απαριθμεί όλες τις χώρες της Ευρώπης, στις οποίες γρήγορα διαδόθηκε και είχε αρχίσει, μe νόμο να εφαρμόζετai στα παιδιά. Μάλιστα, αναφέρει ότι στη Ρωσσία το 1800 η αυτοκράτειρα «ωνόμασε Βακσινόφ το πρώτον υποτεθέν παιδίον εις αυτήν την πράξιν » του εμβολιασμού... από παρέκει

Ο εφευρέτης της βατσίνας Φανούρης Βατσινάς (από perkins, 14/09/10)βατσίνα (από perkins, 14/09/10)Batsina (από Vrastaman, 15/09/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παπάκι πενηντάρι μάρκας Honda χρώματος χακί η μπλε αεροπορί που εισήχθηκε κατά χιλιάδες κομμάτια από τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου ως μεταχείρα κατά τα ένδοξα έιτις.

Το συγκεκριμένο μοτόρι έπαιρνε πανεύκολα φτιάξιμο σε εβδομηνταδυάρι και κύριο χαρακτηριστικό του ήταν ότι είχε μονή σέλα και σχάρα στη θέση του υποτιθέμενου συνοδηγού. Όταν όμως πουλιόσαντε στην Πάτρα, ή μάλλον ξεφορτωνόσαντε από το παπόρο, οι συνεργειατζήδες τα μετέτρεπαν σε δίσελα με το αζημίωτο εννοείται.

Τα είδη, εκτός από την διαφορά στο χρώμα ξεχώριζαν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες, ήτοι:

1) Με το «λαγουδέ» τιμόνι, όπου τα γκριπ ήταν υπερυψωμένα σε σχέση με το κεντρικό σημείο του τιμονιού που βρισκόταν το κοντέρ.

2) Με «κομμένο ρεζερβουάρ» και την«πρώτη πίσω», όπου το ρεζερβουάρ αποτελούσε ξεχωριστό τμήμα του σκελετού και μπορούσε να αλλαχτεί ξεβιδώνοντας τέσσερις βίδες που το συγκρατούσαν. Το σασμάν επίσης δεν ήταν όπως του «λαγουδέ», που τις είχε «όλες κάτω» αλλά η πρώτη ταχύτητα ήταν προς τα πίσω (Πρώτη - Νεκρά - Δευτέρα - Τρίτη).

3) Με ίσιο τιμόνι και σασμάν σαν του «λαγουδέ», δηλαδή «όλες κάτω». Το είδος αυτό κυκλοφόρησε και σε χρυσίζον χρώμα.

Το ισιοτίμονο και το «λαγουδέ» είχαν αυτοκόλλητο στο ρεζερβουάρ, κάτω από τη σέλα που έγραφε «super cub» (αν διαβαζόντανε από τα χυσίματα των βενζινάδων εκτός, που το κιτρίνιζαν και το κατέστρεφαν).

Αστικοί μύθοι που συνόδευαν τα παπάκια αυτά ήταν αφενός για τα αεροπορί χρώματος ότι τα είχαν τα ταχυδρομεία της Ιαπωνίας και αφεδύο για τα χακί ότι τα είχαν οι βιετκόνγκ στον πόλεμο, εξ ου και το όνομα που τελικά επικράτησε. Για τα χρυσίζοντα ..τουμπεκί.

Σημαντικό προσόν αυτών των μοτοσακών ήταν η χαμηλή τιμή τους σε σχέση με τα αντίστοιχα κόκκινα, λαχανί και μπλε της αντιπροσωπείας.

- Με γεια ρε την πάπια!
- 'Στω, αλλά με τα φράγκα που είχα μόνο βιετκόνγκ έπαιρνα!

Κιτ για εβδομηνταδυάρι. (από perkins, 04/06/10)Σαν βιετκονγκ,δεν εισήχθη ποτέ ... (από perkins, 04/06/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified