Γίνομαι ή ξαναγίνομαι φίλος με κάποιον που πριν ήμασταν τσακωμένοι ή παρεξηγημένοι. Σταματάω να είμαι φίδι. Κλίνεται κατά το αποφοιτώ και, έτσι, ανάλογα παράγονται οι λέξεις αποφίδηση, απόφιδος κτλ.

1) - Κάνουν παρέα η Μαρία με την Ευτέρπη ρε; Αυτές δεν ήταν τσακωμένες;
- Ήταν, αλλά η Ευτέρπη βοήθησε την Μαρία να βρει σπίτι και έτσι αποφίδησε
2) Θα πάμε για μπίρες τέσσερεις φίλοι και ένας απόφιδος από το σχολείο, θα έρθεις?
3) Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε που παίξαμε ξύλο που μπορούμε πλέον να μιλήσουμε για συμφιλίωση και αποφίδηση μεταξύ μας

Got a better definition? Add it!

Published

Η μη τεκμηριωμένη λογικά ή επιστημονικά άποψη που, ωστόσο, διατυπώνεται με το στόμφο και τη σιγουριά σαν να πρόκειται για γερά θεμελιωμένη θέση. Συχνά η αποψάρα αναλύεται με δασκαλίστικο ύφος και ολοκληρώνεται με μορφασμούς αυταρέσκειας.

1) - Να ξέρεις η οικονομική κρίση είναι ένα σχέδιο των νεφελίμ και του κοινού της σιών χρόνια τώρα!
- Ναι την έχω ακούσει και αυτή την αποψάρα..
2) -Θα βγούμε σήμερα με τον Άλκη;
-Ρε φίλε άμα βγούμε με αυτόν θα μας ζαλίσει τα αρχίδια με τις αποψάρες του..

Ορισμένες φορές ο όρος διατυπώνεται τίμια, για να αναδείξει ο συνομιλητής το περιορισμένο εύρος γνώσεών του και άρα και το πιθανόν μη θεμελιωμένο της άποψής του.

- Μπορείς να μου εξηγήσεις τη γίνεται ακριβώς με τα κρατικά ομόλογα;
- Επειδή δεν το έχω ψάξει καλά το ζήτημα θα σου πω την αποψάρα μου μόνο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέξη από την βαθιά αρχαιολογία της πολιτικής σλανγκ. Ασουφουσάριοι ήταν οι αριστεριστές μέλη των Αριστερών Σχημάτων Φοιτητών Σπουδαστών (ΑΣΦΣ) τη δεκαετία του '80 και πρόγονοι των σημερινών εαακιτών. Αρχικά λέγονταν Β'Πανελλαδικάριοι, επειδή προέκυψαν από διάσπαση της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος στη Β' Πανελλαδική της συνδιάσκεψη το 1979, αλλά από τα μέσα της δεκαετίας του '80 επικράτησε η εν λόγω ονομασία.

- Ρε είδα τον Τάκη τον ασουφουσάριο προχθές... Αγνώριστος, καλοντυμένος..
- Αναβαπτίστηκε και αυτός ε;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Εκ του αρχαιοελληνικού βυττίον. Το μεγάλο βαρέλι, συνήθως χειροποίητο, που χρησιμοποιείται κυρίως για την αποθήκευση κρασιού. Στη Μεσσηνία και στη Λακωνία προφέρεται αυστηρά με παχύ κλειστό -τσ-.

  2. Μεταφορικά στη διάλεκτο της νότιας Πελοποννήσου το βουτσί υποδηλώνει θάνατο, καταστροφή, παρακμή. Η μεταφορά προκύπτει από το σχήμα που παίρνουν τα κουφάρια των ζώων κατά την αποσύνθεσή τους, όταν, δηλαδή, τουμπανιάζουν και μοιάζουν με βαρέλι. Όταν η λέξη χρησιμοποιείται μεταφορικά, εκφέρεται είτε περιφραστικά ως "μας βρήκε/θα μας βρει βουτσί" είτε σκέτη, μετά από δευτερεύουσα υποθετική πρόταση, χωρίς ούτε καν άρθρο, κατά το σχήμα "αν συμβεί/γίνει κάτι.. βουτσί"

1) -Ωραίο κρασί δικέ μου
- Όταν έχεις δρύινο βουτσί, βγαίνει λουκούμι!
2) - Άντε πάμε να φύγουμε
- Μαλάκα έχουμε πιει, αν οδηγήσουμε όπως είμαστε τώρα θα μας βρει βουτσί...
3) Αν σε ξαναδώ να ψάχνεις τα πράγματα μου, βουτσί!
Το μέγκα λέει ότι, αν βγούμε απ' το ευρώ, βουτσί!
Αν σε πετύχει μόνο σου το βράδι ο σκύλος μου, βουτσί!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φαινόμενο που παρατηρείται στο συνδικαλισμό, κυρίως τον φοιτητικό. Πρόκειται για την τακτική προσέλκυσης ψήφων/υποστηρικτών με την αξιοποίηση των γκομενικών προσόντων των μελών της οργάνωσης, η πολιτική ζύμωση με χρήση του γκομενικού στοιχείου. Ο γκομενοσυνδικαλισμός μπορεί να γίνεται σχεδιασμένα ή να προκύπτει αυθόρμητα. Ενίοτε χρησιμοποιείται και το αντίστοιχο ρήμα "γκομενοσυνδικαλίζω".

1) Νομίζω ότι ο μόνος τρόπος για να πάει η Μαρία στη συνέλευση είναι ο γκομενοσυνδικαλισμός του Μπάμπη.

2) Μεγάλο ποσοστό της συμμετοχής στις φοιτητικές εκλογές είναι αποτέλεσμα γκομενοσυνδικαλισμού. Οι δαπίτισσες είναι μαστόρισσες σε αυτό.

Να σημειωθεί ότι ο όρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για καταστάσεις όπου ο στόχος είναι όντως το γκομένισμα αλλά το κονέ γίνεται μέσω του συνδικαλισμού

Τα φτιάξανε ο Μηνάς με την Αννέτα. Γκομενοσυνδικαλίζανε εδώ και κάποιο καιρό, από τότε που της είπε να πάει σε μια πορεία.

Got a better definition? Add it!

Published

Παλαιά αγροτοσλάνγκ. Δανεικαριά καλείται η μέθοδος αγροτικής συνεργασίας μεταξύ δύο αγροτών ή δύο ομάδων αγροτών, κατά την οποία συμφωνείται να δουλευτούν τα κτήματα και των δύο αγροτών από κοινού και τους δύο. Η συμφωνία έχει ξεκάθαρο σκοπό την αποφυγή εργατικού κόστους.

1) Σημερα θα μαζέψουμε τις ελιές σου και αύριο τις δικές μου. Θα το πάμε δανεικαριά. Είσαι μέσα;
2) Ευτυχώς με τη δανεικαριά μας βγαίνει φτηνότερα μάναμ'

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φράση που έχει κυκλοφορήσει στο ίντερνετ το τελευταίο διάστημα και αναφέρεται σε μια διαδεδομένη άποψη, ότι το Βέλγιο (ναι, η χώρα) στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Την άποψη έχουν συζητήσει και υιοθετήσει αρκετοί, όπως φαίνεται εδώ, εδώ και εδώ.

1)-Ταξιδάκι ετοιμάζεις;
-Ναι, θα πάμε Βέλγιο!
-Πού θα πάτε; Αφού δεν υπάρχει τέτοια χώρα..
2)-Περάσαμε από την Ολλανδία στη Γαλλία
-Α δηλαδή περάσατε από το Βέλγιο
-Χμμ, δεν θυμάμαι να υπήρχε κάποια χώρα ενδιάμεσα..

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στην πολιτική σλανγκ επιρροή είναι ο άνθρωπος που ακολουθεί και επηρεάζεται από μία πολιτική οργάνωση χωρίς να είναι ενταγμένος σε αυτή. Για να χαρακτηριστεί κάποιος επιρροή μιας οργάνωσης δεν αρκεί απλά να τη συμπαθεί (συμπαθών) αλλά απαιτείται και ένας βαθμός σταθερής παρουσίας σε κινητοποιήσεις της. Πρέπει να σημειωθεί ότι η λέξη χρησιμοποιείται και για να δηλώσει πολιτικό επηρεασμό και από συγκεκριμένο άτομο, όχι απαραίτητα δηλαδή οργάνωση.

1) Αύριο έχουμε πορεία, να βρούμε από σήμερα όλες τις επιρροές μας!
2) Στο πανεπιστήμιο ήμουν επιρροή της ΠΑΣΠ. Τώρα σύριζα χαλαρά!
3) Μεγάλη μορφή ο Μήτσος, πρέπει να έχει πάνω από πενήντα επιρροές ο θεούλης

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ερωτικός, ο προκλητικός ερωτικά με τη θετική έννοια, αυτός που προβαίνει σε πρωτόβουλο ερωτικό κάλεσμα, σε αντίθεση με τον χλιμίτζουρα, τον χλεχλέ, τον ξενέρωτο.
Το επίθετο προέρχεται από δημιουργική παράφραση του επιφωνήματος "ζαμπουζάμπου ζαμπουζά", το οποίο χρησιμοποιήθηκε από την Ελένη Βλαχάκη στο επεισόδιο 37 της γνωστής σειράς "Κωνσταντίνου και Ελένης". Είναι μία ακόμα λέξη από αυτές με τις πλούτισε το λεξιλόγιό μας η εν λόγω σειρά.

Ενίοτε χρησιμοποιείται και το επίθετο "ζαμπουζιάρικος" που αναφέρεται σε αντικείμενα/καταστάσεις.

1)Πώς περιμένεις ρε να ρίξεις γκόμενα με αυτή τη φάτσα. Γίνε λίγο ζαμπουζιάρης!
Βαρέθηκα ρε φίλε τη ξινίλα της Μαρίας. Πάμε να βρούμε καμιά ζαμπουζιάρα γκόμενα να κάνουμε παιχνίδι.
2)Καλά η γκόμενα φόρεσε χθες ζαμπουζιάρικα εσώρουχα και με έστειλε!
Τρέλα αυτό το ζαμπουζιάρικο περπάτημα!

η φάση είναι στο 13:37

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Είδος συμμαθητή/συμφοιτητή που ευδοκιμεί στις εξεταστικές περιόδους. Πρόκειται για τον τύπο που συνεχώς κάνει προβλέψεις για το περιεχόμενο των θεμάτων που θα εξεταστούν και επαναλαμβάνει συχνά τη φράση "θα πέσει". Ο θαπεσάκιας πέφτει κατά κανόνα έξω στις προβλέψεις του αλλά αυτό δεν τον πτοεί στο να συνεχίσει την εκνευριστική του συνήθεια.

  1. -Διάβασες το κείμενο 46; Σοσάρα να ξέρεις, αυτό θα πέσει!
    -Άσε ρε θαπεσάκια της κακιάς ώρας, σε είδαμε και στην ιστορία πόσο μέσα έπεσες..
  2. Για να μην αγχωθείς την προηγούμενη μέρα των πανελληνίων απόφυγε την επαφή με τη μάνα σου και τους αμέτρητους θαπεσάκιες που θα σου την πέσουν.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified