Further tags

χιπστεράδικο, χιψτεράδικο

Το μέρος όπου συχνάζουν χιπστεράδες, ἠ που βγάζει μια χίπστερ αισθητική, ένα χίπστερ ζενεσεκουά.

Για να αποφευχθεί βεβαίως ένας στατικός και ωσεκτουτού αυτοαναιρούμενος ορισμός του εν λόγω -άδικου οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι: 1. Ένας χίπστερ που σέβεται τον εαυτό του δεν θα παραδεχτεί ότι είναι χίπστερ. Κατά συνέπεια και το σωστό χιπστεράδικο δεν θα παραδεχτεί ότι είναι χιπστεράδικο. 2. Τα χιπστέρια χαρακτηρίζονται από νομαδισμό, οπότε το χιπστεράδικο του χθες δεν θα είναι αενάως χιπστεράδικο, ενώ ένα καινούργιο έως πρότινος υπέρ άνω κάθε υποψίας χιπστερισμού μέρος μπορεί να καταστεί χιπστεράδικο σε χρόνο ντετέ. Συνέπεια των ως άνω είναι και το ότι ο όρος χιπστεράδικο ενδέχεται να μην δοθεί από τους ίδιους τους χίπστερς, που αν σέβονται τον εαυτό τους, δεν θα παραδεχτούν ότι είναι χίπστερς, αλλά από τους εκτός, ή από τους συμπαθούντες, λ.χ. από δημοσιοκάφρους και άλλους άσχετους.

Για να μην το κουράσω άλλο, ορισμένα παραδείγματα.

1.To χιπστεράδικο ταχυφαγείο στο Μετς που διαπρέπει στο αυθεντικό burger και την τραγανή πίτσα. (Εδώ).

2.Πίνω ποτό σε χιπστεραδικο και έχω δίπλα μου δύο βουλευτές της ΧΑ. Θέλετε να μεταφέρω κάτι; (Από το Τουίτερ).

3.Το Σέμπρικο με ψήνει περισσότερο λόγω της ατμόσφαιρας παντοπωλείου αν και στα μάτια μου χιπστεράδικο είναι κι αυτό. (Εδώ).

Εν ολίγοις, εμείς οι έξω τείνουμε να χαρακτηρίσουμε ως χιπστεράδικο ένα μέρος με βίντατζ αισθητική, που θα μπορούσε λέμε τώρα να διαδραματιστεί μια παρόμοια σκηνή χωρίς να δημιουργηθεί αναστάτωση:

Η Μαρίνα Σταυράκη Πατούλη με αέρα τζαζ βιντατζιάς

Ή ένα μέρος, όπου διάφορα αντικείμενα θα έχουν υποστεί ένα désoeuvrement που λέμε και στο χωριό μου δηλαδή μία εγκατάλειψη της καθαυτό χρηστικής τους σημασίας και μια απόκτηση άλλης αναπάντεχης (μετα-)χρηστικής αξίας. Εν ολίγοις, εννοώ ότι σε ένα χιπστεράδικο μπορεί να σου σερβίρουν το φαγητό:

με τελική λογική κατάληξη:

Το μη-πιάτο

ή σε δόση κατάλληλη μόνο για ανορεξικά χιπστέρια:

Σούπα για χίπστερζ

Πάντως, μία βόλτα στον γούγλη δείχνει ότι πιο συνηθισμένο είναι γενικά το επίθετο χιπστεράδικος,-η,-ο, από το οποίο το ουσιαστικοποιημένο επίθετο χιπστεράδικο ως -άδικο δεν είναι παρά μια μάλλον μικρή υποπερίπτωση. Λ.χ. παραδείγματα του χιπστεράδικου ως επιθέτου:

  1. Το γλυκό χιπστεράδικο κόμμα του Σταύρου. (Εδώ).
  2. Και περιμένει τον ράπερ που με τη σειρά του φορά του καλύτερό του χιπστεράδικο καρό πουκάμισο. (Εδώ).
  3. Ούτε απαιτείται κανένα διδακτορικό από κανένα χιπστεράδικο πανεπιστήμιο πάνω στα media για να το διαπιστώσει κανείς. (Εδώ).
  4. Κι αυτό προϋποθέτει να παίξει σε ένα έδαφος πιο πολιτισμικά φιλελεύθερο, φιλανθρωπικό, απολίτικο και χιπστεράδικο, εργαλειακό, ωφελιμιστικό. (Απεργώντας στην Αμυγδαλέζα).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το μαγαζί με φλιπεράκια, δηλαδή ηλεκτρομηχανικά παιχνίδια, όπου ο παίκτης, χειριζόμενος κάποιους μοχλούς, προσπαθεί να κατευθύνει μια μπαλίτσα ανάμεσα από κάποια εμπόδια και προς ορισμένους στόχους.

  1. Το πιο θρυλικό φλιπεράδικο της Θεσσαλονίκης έγινε 40 ετών. Ο πιο αυθεντικός... καουμπόη πόλης κάνει κουμάντο στο «Ελ Πάσο». Στο μπιλιαρδάδικο "Ελ Πάσο" στη Θεσσαλονίκη ο χρόνος έχει σταματήσει προ πολλού. Ένα μαγαζί που άνοιξε τη δεκαετία του 70, άλλαξε ιδιοκτήτες και κατέληξε στα χέρια του Χρήστου Παυλίδη, έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές. Έχει κάτι ξεχωριστό αυτό το τεράστιο ημιυπόγειο στην Αγίου Δημητρίου. Κάτι που μόνο αν πας μπορείς να το αντιληφθείς. Μια ατμόσφαιρα που ανάλογα τη δεκαετία που διανύεις, σου δημιουργεί διαφορετικές μνήμες. Όλοι, είτε τα έχουμε ζήσει από πρώτο χέρι, είτε τα θυμόμαστε μόνο μέσω ταινιών, ή σαν αχνές μνήμες από παιδικά χρόνια με γονείς, έχουμε κάτι που μας δένει με τις προηγούμενες δεκατίες. Το μαγαζί "Ελ Πάσο" ονομάστηκε έτσι, όχι γιατί ο ιδιοκτήτης είχε σχέσεις με το Τέξας, αλλά γιατί, τότε, στα τέλη της δεκαετίας του '70, αρχές '80, τα μαγαζιά είχαν τέτοια ονόματα, καουμπόικα, εξωτικά, ξένα. Είναι γνωστά άλλωστε τα στέκια των παλιών στη Θεσσαλονίκη με αντίστοιχα ονόματα - "Αρζεντίνα", "Σάντα Μόνικα", "Σαν Σαλβαντόρ" κ.ο.κ. "Εμείς τελικά λέγαμε ότι το Ελ Πάσο λέγεται έτσι γιατί εδώ...γίνονται μονομαχίες!". Σαν καουμπόυδες λοιπόν παίζουμε μπιλιάρδο, πινγκ πονγκ και τάβλι, ενώ ψάχνουμε να βρούμε τι μας συνδέει με το χτες.(Εδώ).
  2. Το πιο αυθεντικό φλιπεράδικο. Αμέτρητες παρέες, φοιτητές, ζευγάρια αλλά και μοναχικοί πότες έχουν καθίσει στα τραπέζια του, έχουν παίξει φλίπερ και μπιλιάρδο, έχουν τεστάρει τη συγκέντρωση τους στα βελάκια, έχουν ανταλλάξει θυμωμένες μπαλιές στο πινγκ πονγκ. Ίσως πήγαινε ο πατέρας σου, ίσως εσύ, ίσως κάποιος γνωστός σου σου έχει ήδη πει για αυτό το μέρος. Αν γεννήθηκες στα 80s ή έζησες στα 80s ή αγάπησες τα 80s, είσαι ό,τι πρέπει για το Ελ Πάσο. (Εδώ).
  3. Τα χρόνια των 80s και 90s άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην ποπ κουλτούρα, και στη Θεσσαλονίκη κάποιοι νοσταλγοί αυτών των δεκαετιών βρήκαν τον τρόπο να κρατήσουν ζωντανό το πνεύμα τους. Από φλιπεράδικα και arcades μέχρι vintage ρούχα και παραδοσιακά γλυκά, η πόλη φιλοξενεί αυθεντικές γωνιές που αναβιώνουν τη γοητεία εκείνων των εποχών. Ο χώρος του Ελ Πάσο, το ARCADES.GR και καταστήματα όπως το V for Vintage και το Oldd Fashion προσφέρουν μια ιδιαίτερη εμπειρία στους επισκέπτες, ενώ παράλληλα το ιστορικό ζαχαροπλαστείο στη Δορκάδα φέρνει γεύσεις από μια άλλη εποχή. Σε αυτούς τους χώρους, η Θεσσαλονίκη ζει και αναπνέει με τη ρετρό αισθητική της και τη νοσταλγία για τις εποχές που έχουν αφήσει πίσω τους κάτι μοναδικό. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Ένεκα που η ανάπτυξη της τεχνολογίας έθεσε τέλος σε πολλά πράγματα και καταστάσεις, έτσι και η έλευση του βίντεο αρχικά και των ντιβιντί αργότερα, καθώς και η ραγδαία πώληση πορνοταινιών στα περίπτερα (έναντι του κλασικού καλυμμένου χώρου των βίντεοκλαμπ) οδήγησε τα παραδοσιακά τσοντάδικα του ορισμού σε παρακμή, αλλά δημιούργησε την εξής διεύρυνση του όρου: Αντί για τους παραδοσιακούς κινηματογράφους πορνοταινιών, τσοντάδικα πλέον αποκαλούνται τα εξειδικευμένα βίντεοκλαμπ που πουλάνε (πλέον και ενοικιάζουν όπως και τα παραδοσιακά βιντεοκλάμπ) πορνοταινίες, ήτοι τσόντες, για όλα τα γούστα και διαθέσεις.

Η τωρινή έννοια του τσοντάδικου δεν κάνει διαχωρισμό ανάμεσα στο κατάστημα με σταθερή έδρα και σε αυτό που δραστηριοποιείται εμπορικά μέσω του διαδικτύου. Και τα δύο είναι εξίσου τσοντάδικα, εφόσον η πραμάτεια τους αφορά προϊόντα του συγκεκριμένου κλάδου. Επίσης, δεν έχει σημασία αν τα ίδια τα καταστήματα αυτοπροσδιόριζονται ως sex shop, καθότι το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων τους αφορά ταινιακό υλικό (στην Ελλάδα πάντα, στο εξωτερικό δεν είναι ο κανόνας -για την ακρίβεια, εκεί συχνά υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ των καταστημάτων που πωλούν ερωτικά αξεσουάρ και εξαρτήματα, και αυτών που δραστηριοποιούνται στις ταινίες και το έντυπο υλικό), άρα στην συνείδηση του ευρύ κοινού παραμένουν τσοντάδικα.

Ενίοτε δε, τσοντάδικα αποκαλούνται και απλά οι ιστοσελίδες πορνογραφικού ή αισθησιακού περιεχομένου, δείγμα της συγχρονίας του όρου με τις τωρινές εξελίξεις.

Βλ.επίσης τσόντα.

  1. Εμ δεν έχω forum για blogs, τσοντάδικο έχω. Πώς αλλιώς να εξηγήσω τον τόσο μεγάλο αριθμό ατόμων που έρχονται στο forum για το μοναδικό ουσιαστικά blog που υπάρχει με θέμα το sex;

Το τελευταίο διάστημα 9 από τα 10 top keywords που έψαχνε ο κόσμος ήταν σχετικά με sex. Το δέκατο είχε σχέση με χρήματα.

Αξιοσημείωτη όμως είναι η πρώτη τριάδα που έχει ως εξής:

  1. ερωτικες ιστοριες
  2. ερωτικεσ ιστοριεσ
  3. ερωτικές ιστορίες

Για να είναι περισσότερο ολοκληρωμένη η φράση, να προσθέσω ότι το keyword “ερωτικές ιστοριες” καταλάμβανε την έβδομη θέση, ενώ το keyword “ερωτικες ιστορίες” την δέκατη.

Όπως παρατηρούμε λοιπόν, η αναζήτηση της φράσης με σωστή ορθογραφία πήρε την τρίτη θέση, ενώ η ίδια φράση χωρίς τόνους είχε τον τριπλάσιο αριθμό ατόμων.

Τι είπαμε πως ψάχνουν οι Έλληνες στο internet; (Από εδώ)

  1. Απ' το μεσημέρι ψάχνω τη Visa μου.
    Ήμαρτον. Και θέλω να πληρώσω τη συνδρομή στο τσοντάδικο. (Εκεί)

  2. Το Τσοντάδικο κανονικά τον λένε βιντεο κλαμπ Έβδομη Τέχνη. Αλλά επειδή, εκτός από μερικά μπιμούβια για ξεκάρφωμα βασικά έχει τσόντες το λέμε έτσι. Μιλάμε για πολύ τσόντα. Ό,τι ανωμαλία θες ο Ίγκι το 'χει ή θα σ' το βρει. Που κανονικά δεν τον λένε Ίγκι άλλα Μπίλι αλλά επείδη είναι σαν τον Ίγκι Ποπ στα νιάτα του τον λέμε έτσι. Εκεί που λες μαζέυονται διάφοροι μαλάκες να δουν τι καινουριο παίζει στο χώρο του πορνό κι άμα είσαι καλός πελάτης ο Ίγκι ξηγιέται ουισκάκι. Άρχιδια μέρος για να πάω αλλά μόνο εκεί μπορούσα να πιω κάτι τζάμπα. (Παραπέρα)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κατάστημα εστίασης που επικεντρώνει σε μεζέδες που πίνει κανείς με ρακόμελο, συνήθως έχει και εντεχνιάρικη μουσική και έθνικ αναρχοαριστερά στοιχεία.

  1. την ωρα που γινοταν ο αυθεντικος μαραθωνιος καποιος διπλα στα εξαρχεια ετρεχε μονος του και θα τερματισει σε ρακομελαδικο. (Φέισμπουκ).
  2. Για μερακλήδες: Τα καλύτερα ρακομελάδικα στην Αθήνα. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Το κατάστημα εστίασης που ειδικεύεται στους μεζέδες με ρακή.

Ρακάδικα: 7 μέρη για να τα π(ι)είτε στην Αθήνα. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Παλαιακή λέξη για το εμπορικό κατάστημα όπου ο πραματευτής πουλάει την πραμάτεια του ή για όχημα που επιτελεί την ίδια λειτουργία.

  1. Όλη μέρα πια ο φτωχός, εσυλλογιόνταν τι να κάνει τόσα γρόσια. Τα φέρνει από δω, τα φέρνει από κει: "Ν' ανοίξω πραµατευτάδικο; να τα βάλω τόκο; να πάρω. αµπελοχώραφα;" (Εδώ). 2.Ιδιοκτήτης και/ή οδηγός αμαξιού. Είναι ένα από τα παλαιά επαγγέλματα που στην Κύπρο έχουν οριστικά εγκαταλειφθεί, εκτοπισμένα από τα σύγχρονα μηχανικά μέσα. Ο αμαξάρης, που συνηθέστερα ήταν και ο ιδιοκτήτης τόσο του αμαξιού όσο και των ζώων που το έσερναν, έκανε πολλές εργασίες: Μετέφερε κάθε είδους εμπορεύματα έναντι αμοιβής, ενώ χρησιμοποιούσε το αμάξι του και για ειδικές μεταφορές υλικών και αντικειμένων όταν και όπου του το ζητούσαν. Για παράδειγμα, μετέφερε οικοδομικά υλικά, νερό, δεμάτια, κόπρια στα χωράφια για λίπασμα, καθώς και κάθε είδους προϊόντα στις αγορές των πόλεων. Ακόμη ο αμαξάρης ήταν δυνατό να μετατρέπει το αμάξι του σε πραματευτάδικο και να γυρίζει μ' αυτό τα χωριά. Μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα μπορούσε κανένας να συναντήσει στην Κύπρο αμαξάρηδες που μετέφεραν προϊόντα και υλικά. Μεταξύ των τελευταίων περιλαμβάνονταν άμμος και χαλίκια από παραλίες και ποταμούς, που οι ίδιοι τα φόρτωναν στα αμάξια τους και τα μετέφεραν για οικοδομικούς σκοπούς. Οι αμαξάρηδες -αγωγιάτες όργωναν στα παλιά χρόνια ολόκληρη την Κύπρο και διανυκτέρευαν σε χάνια. (Εδώ).

Got a better definition? Add it!

Published

Το πουράδικο αποτελεί ένα ουσιαστικό-ομπρέλα που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τις εξής τρεις κατηγορίες καταστημάτων:

α) Καπνοπωλεία που ειδικεύονται στα πούρα και στα περιφερειακά των πούρων.

β) Μπαράκια, καφετέριες ή (ψιλό)κυριλέ εστιατόρια-φαγάδικα που συγκεντρώνουν θαμώνες του ηλικιακού φάσματος των σαράντα και άνω, στα οποία κυριαρχούν η χαλαρή μουσική (π.χ. λαουντζιές) και το πιο μινιμαλιστικό και αυστηρό ντεκόρ, και,

γ) Μαγαζιά τύπου μπαρ ή κλαμπάκια στα οποία συχνάζουν γυναίκες ώριμης και/ή προχωρημένης ηλικίας προς αναζήτηση ερωτικού συντρόφου επί πληρωμή (κοινώς ζιγκολό), καθώς και άντρες που δείχνουν προτίμηση σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας.

  1. Ετοιμάζομαι για εξόρμηση στο πουράδικο για να χτυπήσω 4-5 πούρα για το τριήμερο. Επίσης ψάχνω για κάτι καθημερινό για τον απογευματινό μου καφέ. Τι λέτε; (εδώ)

  2. Φεύγοντας, μου λέει ένας από την παρέα: «Πρώτη φορά πέρασα τόσο καλά σε πουράδικο.» (Εκ του πουρό -- όρος για -ηντάρη σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από αρσενικά 25-35 που δουλεύουνε σε διαφημιστική ή στην κινητή τηλεφωνία και που πλένει τα χυμένα τους, σιδερώνει τα σιέλ πουκάμισα και τους μαγειρεύει ντολμάδες η μαμά τους.) Είχε δίκιο. Μόνο που δεν είχε ξαναμπεί σε πουράδικο, έτσι; (Εκεί)

  3. Κοίτα κάτι κωλόφαρδοι τύποι που υπάρχουν ρε δικέ μου... εδώ εμείς τρέχουμε απο πουράδικο σε πουράδικο μπας και πετύχουμε καμιά ψώφια και αυτός την έχει στα πόδια του... έχουμε γαμηθει στις ρωσοβουλγάρες freelancer (πιο εκεί, ακατάλληλο κάτω των 18)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο χώρος που έπαιζε κανείς ηλεκτρονικά παιχνίδια, φλιπεράκια και μπιλιάρδο ή πινγκ-πονγκ σε παλιότερες δεκαετίες. Ο διάδοχος του σφαιριστηρίου και πρόγονος του νετ-καφέ.

- Πάλι στα ουφάδικα ξημεροβραδιάζεται το ρεμάλι ο αδερφός σου;
- Έλα μωρέ γέρο, μην του τη βγαίνεις με κόκκινο. Αφού ξέρεις ότι έτσι τη βρίσκει καλύτερα, του την δίνει η φάση που λένε.
- Ποιοι;

Η NASA επιθυμεί την συνεργασία σας. (από Galadriel, 28/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κατάστημα εστίασης που ειδικεύεται σε μεζέδες με ούζο. Ή λίγο πιο πονηρά το παρτουζάδικο όπου λαμβάνουν χώρα πάρτι με ούζα.

  1. Σουβλατζίδικο και ουζάδικο …το πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής Ηλιούπολης; (Εδώ).
  2. Είναι καθώς πρέπει ουζάδικο. Δεν βάζει μέσα μονούς μπάκουρους και ζόμπι, ούτε βίζιτες. Οπότε γίνεται το παιχνίδι που πρέπει.

Got a better definition? Add it!

Published

Το κατάστημα εστίασης που ειδικεύεται στις μπουγάτσες.

Στου Ψυρρή υπάρχει μπουγατσάδικο που είναι σαν να βρίσκεσαι στη Θεσσαλονίκη!

Got a better definition? Add it!

Published