Further tags

Γκόμενα-μπρελόκ, στις διαστάσεις του συμπαθούς Πόκεμον Πίκατσου, η οποία ειδικεύεται στις πίπες (κυρίως επειδή οι άρρενες τη θέλουν μόνο γι' αυτό).

Συνώνυμα: πιπόβια, πιπατζού, πιπού

Χρησιμοποιείται καταχρηστικά και για χαρακτηρισμό αντρών.

  1. - Είδες την καινούργια γκόμενα του Μάρκου;
    - Ναι, πολύ μπάζο. Αλλά είναι πίπατσου, γι' αυτό τα φτιάξανε.

  2. - Αν η Μόνικα (Λουίνσκι, αυτή με τον Μπιλ και το φόρεμα) ήταν Πόκεμον, πώς θα την έλεγαν;
    - Πίπατσου.
    (από «ανέκδοτο» που είχε πέραση τότε με το σκάνδαλο του Μπιλ)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προφάνουσλυ από το αγγλικό large. Είναι αυτός που:

  1. Έχει λαρτζερία, δηλαδή γενναιοδωρία, χουβαρντοσύνη.

  2. Είναι πολύ ανοιχτός και προχώ στα θέματα σεξουαλικής ηθικής. Δηλαδή η Λόλα που τα ανέχεται όλα, ο τύπος που πρεσβεύει το «διαφωνώ ότι η ανωμαλία σου είναι σέξι, αλλά θα υπερασπιστώ και με την ζωή μου ακόμη το δικαίωμά σου να την εκπληρώσεις». Λειτουργεί κι ως αυτοευφημισμός για τον ανωμαλιάρη.

Γυναίκα, φέρε και καμιά φίλη σου να κάνουμε όλοι μαζί γούστα! Αφού με ξέρεις, είμαι και πολύ λαρτζ σε αυτά τα θέματα... Μόνο να είναι καμιά νοστιμούλα, μην μας φέρεις κάναν σουγκλάκο!...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άλλη μια αγγλική λέξη, call-girl, που στα ελληνικά σλανγκίζεται με άλλη σημασία = το κορίτσι που δίνει κώλο. Πρβλ. πίναπ γκερλ, το.

- Να τηλεφωνήσουμε σε κανά call-girl;
- Ναι, αλλά να είναι κωλ-γκερλ και πίναπ γκερλ! Όχι ό,τι κι ό,τι!
- Δηλαδή, εσύ ακούς μόνο μπλακ;

(από Dirty Talking, 16/05/09)

Got a better definition? Add it!

Published

Το pin-up girl σλανγκίζεται στα ελληνικά για να δηλώσει το κορίτσι που τον πίνει.

Ό,τι και να λέμε τα πίναπ γκερλς θα είναι πάντα στην μόδα.

(από Dirty Talking, 15/05/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατά το εσπρέσο λούγκο, το φραπέ μεταξύ ευφραπούστηδων γκέι.

Τον κερνάει τον εσπρέσο λούγκρο ο Πέρι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

O Emilio Pucci είναι ο Ιταλός που άνοιξε οίκο μόδας, που όχι περιέργως δεν μπορεί να πιάσει στην Ελλάδα, αν δεν αλλάξει όνομα. Ο Πούτσι μάνατζερ είναι ο μάνατζερ του οίκου Πούτσι, ή ο μάνατζερ της πούτσας, ή ένας μανατζαραίος για τον πούτσο.

- Ποιος Πούτσι μάνατζερ σκέφτηκε να ονομάσει την εταιρεία Πούτσι;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πολύ πριν το φραπέ γίνει σάγκα του σάιτ, το καπουτσίνο ήταν το στάνταρ υπονοούμενο για τον πέοντα. Όπως και οι μοναχοί Καπουτσίνοι, που οι καημένοι δεν μπορούσαν να φανταστούν τι σλανγκομοίρα τους περίμενε στην Ελλάδα.

Στην μετά φραπέ εποχή, ευλόγως ο καφές καπουτσίνο γίνεται φραπουτσίνο, για να δηλώσει το φραπέ με την γνωστή σύσταση, που προκαλεί αηδία σε πολλές Σλανγκοφοριάζουσες και τις κάνει να μην θέλουν να πιουν/ παραγγείλουν ούτε τον κανονικό καπουτσίνο. Παρομοίως έχουμε τα:

- Φραπουτσίνο φρέντο: Το φραπουτσίνο που σερβίρει παγομούνα.
- Φραπουτσίνο κάλντο: Το φραπουτσίνο με την καλή έννοια από καυτή φραπαιδοιάρα.
- Εσπρέσο: Το αγχωμένο φραπέ από φραπεδιάρα που επιδιώκει μεγιστοποίηση κέρδους με ξεπέτα.
- Εσπρέσο Φρέντο: Ό,τι χειρότερο! Βιαστικό ΚΑΙ από παγομούνα! Μακριά!
- Μοκατσίνο: Φραπουτσίνο από Αφροξυλάνθη, δηλ. Αφρογενή κορασίδα.
- Πουτσοτσίνο: Το γνωστό. Επίσης από τα ονόματα των κοριτσιών, βλ. λήμμα ντεκαφεϊνέ. Λ.χ. Λιλιαντσίνο, Μαρινοτσίνο κ.ο.κ.

Χύνω, χύνω με φραπουτσίνο!

(Τραγούδι τελειωμένου φραπεοκράτορα).

(από Khan, 20/02/14)(από Khan, 25/10/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η λέξη σέικερ, προκύπτει εκ της αγγλικής λέξης shaker (αναδευτήρας).

Ο σλανγκισμός αφορά το δοχείο στο οποίο γίνεται παλινδρομική κίνηση του περιεχομένου του που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφορά νερό, καφέ και ζάχαρη, με στόχο τη δημιουργία φραπέ.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε για το πέος (που σχηματικά θυμίζει κλασσικό σέικερ), το οποίο τίθεται σε παλινδρομική διαδικασία με στόχο τη δημιουργία σπερμικού υγρού.

Πρωί, πρωί σε συνεργείο. Ο μάστορας (Κώστας) βλέπει τι μαλακίαέχει πάλι κάνει ο νεαρός βοηθός του, ο Βασίλης. Τον πλησιάζει και του λέει.
Κώστας: - Αχ ρε Βασιλάκη... Πάλι μαλακία έκανες. Μην το κουνάς τόσο πολύ το σέικερ. Βασίλης: - Δεν χρησιμοποιώ σέικερ, ελληνικό πίνω.
Κώστας: Κόψε την πρωινή ρε Βασίληηηη. Αφού σε πειράζει που σε πειράζει. Κόφ' την που να πάρει.
Βασίλης: - Ποιαν πρωινή να κόψω;
Κώστας: - Γκρρρρ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η πιστωτική κάρτα που χρησιμοποιείται σε ειδικές περιπτώσεις έλλειψης μετρητών στη διάρκεια εξόδου-επίσκεψης σε στριπτητζάδικο ή και οίκο ανοχής.

Σύνηθες φαινόμενα είναι η υπέρβαση του πιστωτικού ορίου κατά την αποχώρηση και η παντόφλα από το έτερο ήμισυ άμα τη εμφανίσει του επόμενου λογαριασμού. Φυλάσσεται συχνά σε σκιερά και δροσερά μέρη.

-Ρε συ Μικέ, πώς θα πάμε Baby Gold ρε, δεν έχω μία!!!
-Μην ανησυχείς, έχω φυλάξει μία βύζα card ειδικά για σήμερα, ετοιμάσου!!!!
-Μααα.... δεν στις είχε πετάξει όλες η Ποπάρα;;
-Την είχα κρύψει κάτω από το στρώμα....χε χε....

και σέξι άτοκες δόσεις... (από BuBis, 21/09/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το αγγλικό fuck και με γαλλική προφορά, είναι μια φράση που χρησιμοποιείται συχνά από άντρες στην θέα μιας γυνής που δεν θα τους χάλαγε να πηδήξουν.

Είναι δυο φίλοι σ' ένα πάρτι και ξαφνικά σκάει τύπισσα, ούτε πανέμορφη, αλλά ούτε άσχημη... Ο πρώτος σκουντάει τον διπλανό του δείχνοντας διακριτικά το θηλυκό... Και ο δεύτερος απαντάει...
- Μμμ!... Fuckable...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified