Further tags

Σχετίζεται με τον ορισμό «γύφτος», αλλά δείχνει μια εντονότερη προσβολή προς το πρόσωπο του αναφερόμενου.

- Δεν πάει άλλο με τις τράκες του, τα έχει ξεφτιλίσει όλα-
- Αφού τον ξέρεις τι παλιόγυφτας είναι!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υποτιμητικός όρος για τους παροικούντες τη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, που εστιάζει στις μοντέρνες συνήθειες τους και τον τρόπο ζωής τους.

-Κοίτα τους νεοελληνέζους ρε. Όλο κλαίγονται πως δεν έχουν γκαφρά και δανείζονται για να πάνε διακοπές στο Παρίσι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ομοφυλόφιλος, αυτός που το γλεντάει «από πίσω».

- Οι περισσότεροι μόδιστροι είναι πισωγλέντηδες.

«Ποιό λεβέντη; Τον τέτοιο μου τον πισωγλέντη...» (Ελληνοφρένεια) (από vikar, 12/07/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ενεργητικός ομοφυλόφιλος. Αυτός που του αρέσει να κεντάει άλλους από πίσω. Αντίστροφο του πισωγλέντης.

Οι περισσότεροι μόδιστροι είναι πισωγλέντηδες. Οι γαμιάδες τους όμως προφανώς είναι πισωκέντηδες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Βολιώτης νεαρός, αναγνωρίσιμος από ιδιόμορφη εξωτερική εμφάνιση, συμπεριφορά και τρόπο διασκέδασης.

Εμφάνιση:
Ασυνήθιστη κόμμωση με βασικό γνώρισμα την μεγάλη ποσότητα τζελ και ενίοτε μερικές τούφες βαμμένες σε άλλο χρώμα.
Το πιο συνηθισμένο ρούχο είναι το «trendy» εφαρμοστό αμάνικο μπλουζάκι.

Συμπεριφορά:
Ο σωστός ο κάγκουρας δε σηκώνει ούτε μύγα στο σπαθί του, και αν κάποιος τον προσβάλει μπορεί ακόμη και να καταφύγει στην βία... αλλά βασική προϋπόθεση για να γίνει αυτό είναι να έχει μαζί του μερικούς ακόμη κάγκουρες ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή περίπτωση να δεχτεί κάποιο χτύπημα!

Τρόπος διασκέδασης:
Κάθε κάγκουρας που σέβεται τον εαυτό του, τα βράδια καβαλάει το παπάκι του και πηγαίνει να συναντήσει τους κάγκουρες φίλους του έξω από το Cocoon για να φάνε πεϊνιρλί με ουγκαρέζα. Στις 23:00 θα έχει ήδη επιστρέψει στο σπίτι. Το παπάκι του φυσικά και είναι βελτιωμένο: χωρίς σιγαστήρα στην εξάτμιση, μαύρη ζελατίνα στα φώτα και πράσινες λάμπες.

-Αμάν πια, βαρέθηκα να περνάω από αυτόν τον δρόμο, έχει γεμίσει κάγκουρες!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τουριστικό νησί (ελληνικό ή μη) με χάλια τουρίστες.

- Το κέρατό μου μέσα, πού μ' έφερες εδώ με τους τελειωμένους; Βλαχονησίδα το μέρος, κανονικά.

Πατριωτισμός και έρωτας (από Khan, 13/03/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ομοφυλόφιλος άνδρας. Μισο-ευγενικό / μισο-ειρωνικό, αποδεικνύει περίτρανα την γενναιοψυχία του ελληνικού λαού ο οποίος έκανε τον κόπο να δημιουργήσει μια όχι απόλυτα υποτιμητική φράση για αυτούς τους ανθρώπους (που όπως όλοι ξέρουμε είναι υπαίτιοι για... ... ... τέλος πάντων, για κάτι και άρα είναι υποχρέωσή μας να ασχολούμαστε μαζί τους).

— Τι είπες είναι ο καινούργιος της γκόμενος, χορευτής; Άχαχα, καλέ αυτοί είναι όλοι συκιές! — Εμ βέβαια, πού να γυρίσει να την κοιτάξει κάνας σωστός άντρας αυτήν, έτσι φρικιό που είναι... — Καλά, άσ' τα αυτά τώρα, Μαζωνάκη θα πάμε τελικά;

Βλ. και πούστης

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

O οδηγός ταξί. Ακούει πάντα σκυλάδικα, επίσης ανταποκρίνεται στο savoir vivre του Έλληνα οδηγού και σε όλους τους χαρακτηρισμούς που επιβάλλει αυτό. (Λέγεται και Κίτρινη Φυλή)

- Κοίτα τι κάνει ο μαλάκας ο ταρίφας, ρε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κάτοικος Ινδίας / Πακιστάν / Μπανγκλαντές κτλ. Ο όρος χρησιμοποιέιται συχνά από Έλληνες κάτοικους της Αγγλίας.

-Πήγα να πάρω μια εφημερίδα, και ο παλιο-μπανιάνος πήγε να με κλέψει.

Βλέπε και πάκης, πάκι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

John Fistikis, Τζον Φυστίκης

Ένας οποιοσδήποτε Ελληνοαμερικανός. Φοράει μεγάλο καουμπόικο καπέλο, μιλάει σπαστά «ελλήνικος» και έχει βγάλει πολλά «ντόλαρς» στο Αμέρικα.

Τζων Φιστίκης: «Εμείς στο Αμέρικα έχομε πιο μεγκάλο κάρο από Ελλάντα. Πολύ μεγκάλο κάρο, πολύ μεγκάλο, χο χο...»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified