Further tags

Ο ψυχολογικός πόλεμος (ΨΠ). Στρατιωτική ορολογία. Η απομείωση του διανοητικού και ηθικού δυναμικού του εχθρού, με χρήση προπαγάνδας ή, υπό ευρεία έννοια, οποιουδήποτε μέσου, με απώτερο σκοπό την υποστήριξη του αγώνα. Διεξάγεται και σε κατάσταση πολέμου αλλά και (τυπικής) ειρήνης.

Στην καθομιλουμένη, η σημασία είναι πιο περιορισμένη: οι συστηματικές ενέργειες για να πλήξουμε την ψυχολογία κάποιου ανθρώπου, ιδίως για να κάμψουμε την αντίστασή του σε κάτι, με ευθέως επιθετικές ψυχολογικές τεχνικές ή τουλάχιστον με ένα σκέλος ευθέος πλήγματος. Άλλου είδους τεχνικές χειραγώγησης (π.χ. εξαπάτηση, φούσκωμα αρχιδιών κλπ) δεν θα τις πεις ψιπί.

Για παράδειγμα, το να βάλεις κάποιον να χτυπάει τα κουδούνια του αντιδίκου σου στις τέσσερις η ώρα το πρωί πριν την δίκη είναι ψιπί. Το να τον πείσεις ότι θα ζητήσεις αναβολή στο δικαστήριο ώστε αυτός να έρθει χαλαρός και τότε να του πάρεις τα σώβρακα είναι άλλη φάση - ο στρατός θα το έλεγε ψιπί αλλά στην καθομιλουμένη θα λέγαμε απλώς (ακόμα και με θαυμασμό) ότι «τού 'παιξε φοβερή πουστιά ο δικός σου».

Από το Δημόσιο Πρόχειρο (vikar).

  1. Από εδώ:

- ΫΓ:Ο συγκεκριμενος ιδιοκτητης του σπιτιου ήθελε να δηλωσει στο συμβολαιο 100 ευρω λιγοτερα απο οτι θα του εδινα!!!!
- Μπορείς εναλλακτικά να του πεις ότι δέχεσαι να μπει στο συμβόλαιο το 1/3 του ενοικίου... και μετά να του πληρώνεις όσα γράφει το συμβόλαιο Αν αντέχεις άγριο ψιπι, είναι ότι καλύτερο μπορείς να του κάνεις.

  1. Από εδώ:

Το τι έγινε, δεν περιγράφεται. Επιστρέφοντας σπίτι μου μετά από την πρώτη ολιγόωρη διανομή, όπου ουκ ολίγα βιβλιοπωλεία είχαν αρνηθεί να το πάρουν, άκουσα από τον αυτόματο τηλεφωνητή μου όχι μία αλλά τρεις απειλές κατά της ζωής μου! Τρόμαξα ομολογώ, ήμουν και άπειρος τότε από... Ψι Πι –ήτοι Ψυχολογικό Πόλεμο-, ωστόσο συνέχισα κανονικά [...]

The Men who Stare at Goats, η αφίσα της ταινίας (από poniroskylo, 28/02/11)(από patsis, 19/05/12)

Got a better definition? Add it!

Published

Η εκτέλεση εργασίας που είτε δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις σου είτε δεν θέλεις αλλά αναγκάζεσαι να την κάνεις. Πολλές φορές επιλέγεις να την κάνεις γιατί αποβλέπεις σε απώτερα οφέλη (βλ. δεύτερο και τρίτο παράδειγμα)

Συνήθως χώσιμο προκαλούν οι:

  • Προϊστάμενοι,
  • Βύσματα και βαθμοφόροι στο στρατό,
  • Συγγενείς,
  • Γκόμενες

Τελευταία με την άνθηση των Νοτιοαμερικανικό σαπουνόπερων χρησιμοποιούνται και κάποια κύρια ονόματα που περιέχουν το πολύ κοινό ισπανικό όνομα Χοσέ. Π.χ. Χοσέ Αρμάντο, Χοσέ Γκαρσία, κ.α.

  1. - Άσε ρε μαλάκα έφαγα χώσιμο από τον προϊστάμενο να του πάρω τα ρούχα από το καθαριστήριο.

  2. - Έφαγα χώσιμο την Κυριακή να πάω τη γιαγιά στο χωριό. Αλλά που θα πάει θα ψοφήσει και το πάρω το διάρι στο Χαλάνδρι.

  3. - Μου ρίξε χώσιμο η Τούλα να πάμε να δούμε χαζογκομενοταινία. Τι να της κάνω που έχει ένα στόμα όλο μέλι...

  4. - Χοσέ Αρμάντο λέμε... Διπλή σκοπιά την Κυριακή.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Βάζω αγγαρεία.

Άσε, με έχωσε άγρια χθες ο λοχαγός. Όλη μέρα στα μαγειρία να τρίβω λαμαρίνες.

Got a better definition? Add it!

Published

Στον στρατό, η μονάδα που είναι πολύ «εύκολη», δεν έχει πολλές αγγαρείες, έχει καλή διοίκηση, και γενικά περνάνε καλά όλοι οι φαντάροι.

Πολύ τυχερός ο Γιώργος, υπηρετεί με απόσπαση σε μια μικρή μονάδα που έχει μόνο μια σκοπιά και το φαγητό τους το φέρνουν απο άλλο στρατόπεδο. Και ο διοικητής τους έχει όλους μία-μία. Εντελώς χυμείο δηλαδή!

Εκ του χύμα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η έννοια αφορά κάποιον που τα έχει γραμμένα όλα στα αρχίδια του και είνα αραχτός.

(στο στρατό)

- Καλά ρε μαλάκα, φυλάει ο μαλάκας σκοπιά χωρίς κράνος και εξάρτηση;
- Μιλάμε το άτομο είναι πολύ χύμα... Κάτσε να βγεί η έφοδος και τον βλέπω στον ντάκο αύριο το πρωί!!!

Γραψαρχιδίνη (από allivegp, 22/05/09)Fukitol (από allivegp, 22/05/09)Starxidiamol (από allivegp, 22/05/09)

Δες επίσης και χύμα στο κύμα, χυμαδιό, το, χυμείο

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κυριολεκτικά η έκφραση προέρχεται από τον ένδοξο Ελληνικό Στρατό, όπου τα αντικείμενα (εξοπλισμός, ιματισμός κλπ) τα χρεώνονται οι φαντάροι συμπληρώνοντας μία φόρμα με τον κωδικό αριθμό 108. Επειδή ο ΕΣ είναι από τα τελευταία πράγματα που λειτουργούν έστω και υποτυπωδώς σωστά σ' αυτή τη ρημάδα τη χώρα, η χρέωση αυτή μέσω του συγκεκριμένου κωδικού είναι τελεσίδικη και δεν μπορείς να τους μπαλαμουτιάσεις και να την κάνεις με υλικό της υπηρεσίας.

Μεταφορικά λοιπόν, όταν έχουμε χρεωθεί κάτι με 108 σημαίνει αφενός ότι για ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον το έχουμε παντρευτεί και καλά θα κάνουμε να το προσέχουμε και αφετέρου ότι μάλλον το χρεωμένο «αντικείμενο» είναι κομματάκι παλτό.

Χρησιμοποιείται τόσο για άψυχα όσο και για έμψυχα.

  1. - Τι γίνεται ρε Μήτσουλα; Χάθηκες.
    - Τι να γίνει ρε δικέ μου; Πίκρα. Έχει έρθει ένα ξαδερφάκι μου απ' το χωριό και μου τον έχει χρεώσει η γριά μου με 108. Ούτε να κατουρήσω δεν μπορώ να πάω μόνος μου. Γάμησέ τα...

  2. - Πού 'σαι, Μίλτο; Να δανειστώ λίγο τ' αμάξι σου για κάτι τρεχάματα που έχω κάνα δυο μερούλες;
    - Νταξ ναούμ, αλλά τό 'χεις χρεωμένο με 108. Αν πάθει τίποτε, θα σου κάνω τον κώλο παπαρούνα. Γκέγκε;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εμπνευσμένη έκφραση προερχόμενη από τη γνωστή τεκίλα Jose Cuervo και το χώσιμο με την έννοια της αγγαρείας, έννοια και την οποία εξάλλου εμπεριέχει. Η χρήση της συναντάται συχνά στους στρατιωτικούς κύκλους.

- Άντε ρε Γιάννη! Τι κάθεσαι όλη μέρα στο θάλαμο; Τον άρρωστο παριστάνεις;
- Ίσα ρε ψάρακα! Έχεις όρεξη να φάμε κανά χοσέ κουέρβο μεσημεριάτικο; Άραξε στα κυβικά σου!

Got a better definition? Add it!

Published

Έκφραση που χρησιμοποιείται στον στρατό και συγκεκριμένα στα τεθωρακισμένα όταν σε βάζουν αγγαρεία στον όρχο αρμάτων.

Διοικητής Ίλης: Παπαδόπουλε και Δημητριάδη. Όρχο αρμάτων και γρηγορα.
Φαντάρος: Πω πω ρε σειρούλες, χοσέ αρμάντο που φάγατε πρωινιάτικα.

Got a better definition? Add it!

Published

H αγγαρεία, το χώσιμο στον στρατό.

- Πάλι εγώ θα πάω μαγειρεία; Πολύ χοσέ αρμάντο πέφτει!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται κυρίως στο στρατό ως ρήμα και σημαίνει χαλάω ή χαλιέμαι. Βλέπε και χαλούμι.

- Πάλι πούστη με κινέζο θα φάμε ρε μάγειρα;
- Γιατί, σε χαλούλου;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified