Συνώνυμο του μπριζώνω.
Πάσα: Galadriel.
- Ποιος πούστης σε πρόγκηξε; Άσε ρε, βγήκε και είπε σε όλον τον κόσμο ότι δεν κερνάω ποτέ.
Συνώνυμο του μπριζώνω.
Πάσα: Galadriel.
- Ποιος πούστης σε πρόγκηξε; Άσε ρε, βγήκε και είπε σε όλον τον κόσμο ότι δεν κερνάω ποτέ.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Καρακλασικό επιφώνημα, συνοδευτικό τριών μεγάλων κατηγοριών χοιρονομιών μανουριάσματος:
Got a better definition? Add it!
Έχει δημιουργηθεί από την εκπομπή “ΣΤΑ ΤΡΕΝΑ“ με τον Mikeius και τον Βαγγέλη. Την ώρα που ανοίγουν οι τηλεφωνικές γραμμές σχεδόν σε κάθε εκπομπή παίρνει τηλέφωνο η κοπέλα με το παρατσούκλι “MagicSpell“ και κάθε φορά μιλάει περίπου 7-8 λεπτά και δεν δέχεται ας πούμε να παρεμβαίνουν ούτε οι παρουσιαστές στον λόγο της. Μετά από κάποια τηλεφωνήματα, και οι άλλοι ακροατές που έπαιρναν συντόμευαν τα τηλεφωνήματά τους, σεβόμενοι τον χρόνο της εκπομπής, έτσι ώστε να προλάβουν να πάρουν και άλλοι ακροατές τηλέφωνο, τελειώνοντας με τη φράση “κλείνω και εγώ να μη γίνομαι MagicSpell“. Μερικές φορές για συντομία κόβεται το -Spell .
Κάτσε ρε μαλάκα. Μιλάς τόση ώρα και δεν μας αφήνεις να πούμε τίποτα. Μη γίνεσαι MagicSpell !!!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Υποχρεώνομαι σε παραίτηση, απομάκρυνση.
Όταν λέμε ότι κάποιος χαιρετά, σημαίνει ότι πήρε ή ετοιμάζεται να πάρει πόδι. Είναι λήμμα στρατογκαυλικής προέλευσης, από τη συνήθεια να βγαίνουν οι καραβανάδες στην πρωινή αναφορά και να χαιρετούν πριν αναφέρουν την αποχώρησή τους από τη μονάδα.
- Ηττήθηκε από τη Μακάμπι, και χαιρετά ο βάζελος.
- Αλλαγές στις διοικήσεις των οργανισμών: χαιρετούν και οι διοικητές των νοσοκομείων.
Got a better definition? Add it!
Ποδοσφαιρική έκφραση που δηλώνει την ανεπάρκεια ενός τερματοφύλακα.
Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο γράφει το οποίο σημαίνει μπαίνει γκολ (προφ γράφει ο πίνακας του σκορ στο γήπεδο).
Οπότε συνολικά η έκφραση σημαίνει ό,τι σουτ πηγαίνει προς το τέρμα, γίνεται γκολ.
- Πώς τον λένε τον τερματοφύλακα που πήρε ο πρόεδρας ρε συ;
- Πήτερ Ρουφάϊ από τη Νιγηρία.
- Ποδοσφαιρομάνα η Νιγηρία...και τι λέει; καλός;
- Τι καλός ρε, ό,τι πάει μέσα γράφει. Άμπαλος είναι.
Got a better definition? Add it!
Φτιάχνω κάποιον με πειράγματα, προκλήσεις και ερεθίσματα προκειμένου να τεντωθούν τα νεύρα του (ωσάν χορδές κιθάρας) και να μανουριάσει.
Καρακλασικό, στα όρια του μη σλανγκ. Εναλλακτικά, τουρμπίζω.
- Δεν θα πάρω μηχανάκι. μεταχείρο ή καινουργίλα η κατάληξη είναι ίδια. = δεν μας παίρνει, οικονομικά, εργατικά, ΔΝΤακά, βάλε και την αεροπλανάτη παντόφλα μετά την στούκα , @@ μάντολες και χαλβαδόπιττα αμυγδάλου. Και σταμάτα να με κουρδίζεις, δεν χρειάζεται, είμαι αυτοκουρδιζόμενο πορτοκάλι.
(εδώ)
Got a better definition? Add it!
Αρπάζομαι, τουρμπίζομαι, μπινελικώνω, φασκελώνω, κατεβάζω καντήλια και ρίχνω και κάνα ξυλίκι μετά μουσικής.
Βλ. και. μανούρα.
- Μα τι σκατα τι θέλουν την πόρσε στην ΕΛλάδα οι ποζεράδες;...τρελαίνομαι να τους μανουριάζω πάνω απ το παπάκι όταν περνάμε απο δίπλα τους...τρελαίνονται κι αυτοί, θιγονται, μου κορνάρουν και βριζουν.
(εδώ)
- Βράδι φεύγω από την δουλειά και κάτι παρόμοιο γίνετε με έναν οδηγό ταξί και έναν καγκουράκο με παπί. Θα σου κάνω, θα σου δείξω, θα μου κλάσεις πιτσιρικάς με το παπί μέσα στην Κ*%@(λα τραβάει μπουκέτο στον ταξιτζή και του ρίχνει αρκετές. ΣΥνέχεια; Μπαίνει ο ταξιτζής στο αμάξι βγάζει ένα ωραιότατο οπλάκι και ευτυχώς δεν τον χρεισιμοποίεισαι. Ου μπλέξεις. Προσωπικά έχω σταματήσει να μανουριάζω στον δρόμο. Σίγουρα θα γίνουνε στραβές αλλά αφού δεν έχω χειρότερα, χτυπήματα και τέτοια, ο καθείς στον δρόμο του και όλα καλα.
(εκεί)
Got a better definition? Add it!
Χλεμπαγιέ ή πλεμπαγιέ. Από την πλέμπα > «πλεμπάγια». Ενέχει μπασκλασαρία, κακογουστιά και έλλειψη περιποίησης. Το αντίθετο του κυριλέ.
- Τι έλεγε, τελικά, το φαγάδικο που πήγατε, ρε Βαγγέλη;
- Τι να λέει... Όλα φύρδην μίγδην, τσαλαπατημένα και βλαχομπαρόκ... Χλεμπαγιέ.
Got a better definition? Add it!
Φράση που υποκαθιστά / αντικαθιστά την παλιότερη μένω παγωτό, έμεινα ενεός, σάστισα (και κάτι παραπάνω). Είμαι ανίκανος να αντιδράσω σε κάτι που εξελίσσεται μπροστά μου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί (εξωραϊστικά) και για να εννοήσει ότι κράτησα την ψυχραιμία μου. Επίσης υπονοεί σε πολλές χρήσεις του πως δείλιασα - χέστηκα, άλλαξα πάνες.
Προέλευση: Βλ. κασιδιάζω.
Μόλις σηκώθηκε ο νταβάς, έμεινα παυλόπουλος.
Βλ. επίσης μένω Προκόπης, πάκι bah' ching.
Got a better definition? Add it!
Κυπριακή κατάρα / μπινελίκι με αρχαιότατες Αριστοφανικές ρίζες. Εκ του ῥαφανιδόω, χώνω ῥαφανῖδα (ραπανάκι) εκεί που δεν πιάνει ήλιος. Έτσι τιμωρούσαν τους μοιχούς οι Αθηναίοι: όταν οι βάρβαροι ευρωπαίοι τρώγανε ραπανάκια, εμείς οι Έλληνες τρώγαμε ραπανάκια.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι σε αντίθεση με το αγγούρι που ενίοτε δροσίζει τον αποδέκτη του, ο ράπανος εμπεριέχει ερεθιστικά δια τον πρωκτόν οξέα που αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο παράπλευρης απόλαυσης, τουλάστιχον στην χαρτογραφημένη πλειοψηφία.
Αντιδάνειο: johnblack & khank.
- «τί δ'ἤν ῥαφανιδωθῆι τέφρα τε τιλθῆι» (Ἀριστοφάνους Νεφέλαι, στ. 1083)
sarant: - Φαίνεται ότι και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τα είχαν μακρουλά τα ρεπάνια τους, πάντως, διότι αν θυμάστε από τον Αριστοφάνη, συνήθης τιμωρία των μοιχών ήταν να τους χώνουν μια ραφανίδα εκεί που ξέρουμε όλοι
Τιπούκειτος: - Σχετικά με το αριστοφανικό aside (...) για την τιμωρία των μοιχών στην αρχαιότητα, θα ήθελα να καταθέσω τη σημερινή κυπριακή βρισιά/κατάρα «Στον κώλο σου ρεπάνι», η οποία αποδεικνύει μεταξύ άλλων την αρραγή τρισχιλιετή συνέχεια της φυλής και της γλώσσας μας και των ρεπανιών μας (για τους κώλους μας δεν τίθεται καν ζήτημα) (...) Η αποτελεσματικότης της κατάρας «στον κώλο σου ρεπάνι» δεν απορρέει, νομίζω, από το ευμέγεθες των εν Κύπρω ραφανίδων, αίτινες είναι ήκιστα μακρότεραι των εν Ελλάδι, αλλά μάλλον από τα οξέα τα οποία περιέχονται εις την σάρκα των ορεκτικωτάτων τούτων ζαρζαβατικών.
(δαμαί)
βιλλιές σσιηστές τα μέτρα τους,
στον κώλον τους ρεπάνι
εκάμαν τα σιεσσιέ γιαχνί
τζιαι ο λαός ξιάννει
(τζειαμαί)
- Ε έ; Τζιαί τωρά εκακοφανίστηκεν; Στον κώλον του ρεπάνι. Μα αν ήταν να ειδοποιείται τζι' ο κάθε μούτσιος για τες στρατιωτικές μας ασκήσεις, ήταν νά 'μαστεν για τα παναύρκα. (τζειαχαμαί)
Got a better definition? Add it!