Further tags

Οτιδήποτε είναι χάλια ποιοτικώς.

- Ωραία η ταινία που είδατε χτες;
- Μπααα... τρελή πίπα!! Μην κάνεις τον κόπο να τη δεις.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνάθροιση κλανιάρηδων.

-Αμάν ρε μαλάκες, κλανοπάζαρο το κάνατε! Ανοίχτε κάνα παράθυρο τουλάχιστον!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. «τρώω/τρώει κουρείο» : Η μη εκπλήρωση ραντεβού με ψεύτικη και φαιδρή δικαιολογία, κοινώς το «φτύσιμο». Δεν χρησιμοποιείται για επαγγελματική υποχρέωση αλλά για φιλική/γκομενική συνάντηση. Εμπεριέχει απίστευτα επίπεδα βαρεμάρας και αποτελεί τακτική του 99% των αντρών που λένε στη συμβία τους «Αγάπη μου, θ’αργήσω πολύ στη δουλειά, φάε χωρίς εμένα» ενώ στην πραγματικότητα θα πάνε στο καφέ του Μπάμπη του Χοντρού με τον κολλητό τους να δούνε τη μπάλα (μιας κι έχει και Nova).

  2. «κουρείο, το» : Το αντίθετο του Μουσείου. Εκεί δεν βρίσκονται έργα τέχνης χωρίς αξία, αλλά τρίχες κατσαρές από διάσημους άνδρες ολοζώντανους οι οποίοι επιθυμούν να αποβάλουν τις τρίχες τους.
    Το κουρείο (κουρείον στη καθαρεύουσα) είναι ο χώρος συνάντησης των ανδρών, νέων και γέρων. Ενίοτε, ειδικά στα χωριά, αντικαθιστά το καφενείο. Στον χώρο του κουρείου λαμβάνουν χώρα πολύ σημαντικές συζητήσεις, όπως το μέλλον της χώρας, τα οικονομικά, ποδόσφαιρο, πόσο μεγάλωσε το στήθος της έφηβης γειτονοπούλας, ποια πηδήχτηκε (και ίσως και γκαστρώθηκε) από ποιον και τελικά το πόσο μεγάλη την έχεις και πόσες φορές το κάνεις την ημέρα και με ποιο ξέκωλο. Συνεπώς το κουρείο είναι επέκταση της βουλής των Ελλήνων και της βουλής των Λόρδων της Αγγλίας (αν σκεφτείς ότι στα σύγχρονα κουρεία συχνάζουν και γκέι για αποτρίχωση πλάτης και στήθους).

  1. - Θα πάμε ρε για μπύρες το βράδυ; - Ε σου είπα ναι; - Ρε δεν είπες στη Γωγώ ότι θα βγείτε μαζί; - Ε, σιγά. Θα φάει κουρείο.

  2. Πάμε με τον Κώστα στο κουρείο για φραπεδάκι και ανάλυση.

Πηγή 2ης ερμηνείας (τροποποιημένη) : Φρικηπαίδεια

Got a better definition? Add it!

Published

Το μέρος όπου επικρατεί μπάχαλο και όπου ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, με τον ρυθμό του. Συνήθως πρόκειται περί δημόσιας υπηρεσίας.

- Πήγα στην εφορεία σήμερα και γινόταν χαμός.
- Ε, αφού είναι κωλοχανείο εκεί, τι περίμενες και συ...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν έχει για υπηρεσία σκοπιά ένας στρατιώτης.

Άστα να πάνε, σήμερα βαράω γερμανικό σκοπέτο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πολύ ζεστό δωμάτιο.

Δεν είχε ζεσταθεί πολύ το σαλόνι με το καλοριφέρ και τελικά όταν ανάψαμε και το τζάκι έγινε φούρνος! Ήμασταν με τα κοντομάνικα μόνο.

Got a better definition? Add it!

Published

Κάτι εντελώς απίστευτο, κουφό, άκυρο, καμένο.

  1. Χάχαχα!! Ρε μαλάκα, δεν υπάρχει αυτό το ανέκδοτο που είπες!!

  2. Τι καμένη ταινία! Δεν υπάρχει, μιλάμε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν κάτι μας ξενερώνει.

  1. - Παιδιά πάμε μετά για γλυκό; - Μπα... Ξενερουά...

  2. - Πώς ήταν η ταινία που είδες; - Τίποτα μωρέ... Ξενερουά λίγο αλλά εντάξει...

βλ. και αντισέξ, ντεκαβλέ

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το πεζοδρόμιο ή ο δρόμος απ' όπου περνάνε πολλές καλοντυμένες γκόμενες και πιπίνια.

-Αφού είδες ότι άργησα, γιατί με περιμενες όρθιος και δεν μπήκες στην καφετέρια;
-Ε, σκέφτηκα να μπω, αλλά είπα να δω λίγο πασαρέλα. Έχει κάνα ΙΕΚ εδώ τριγύρω;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified