Selected tags

Πλιζ, απόφυγε αυτήν την ετικέτα, καθώς πρόκειται σύντομα να απαλειφθεί!

Αν δεν βρεις ετικέτες που να ταιριάζουν στον ορισμό σου, ανέβασέ τον χωρίς ετικέτες και στείλε κατόπιν αναφορά στους συντονιστές υποδεικνύοντας τις ετικέτες που θα ήθελες να του προσαρτηθούν.

Το πουρμπουάρ λαϊκιστί. Το φιλοδώρημα.

Καλά δε θα αφήσεις μπουρμπούρι στο παιδί; Γύφτε!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει γαμάω-ώ. Το λέμε όταν είναι κοντά παιδάκια, να μην ακούνε και μαθαίνουν.

Δεν παλεύεται η δουλειά Τάκη, μάμα τα...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση αγανάκτησης, παρμένη από την ταινία «Ορατότης Μηδέν» (βλ. παράδειγμα 2). Σε ορισμένες περιπτώσεις το «κάρβουνο» μπορεί να αντικατασταθεί με αυτό ακριβώς που προκαλεί την αγανάκτηση (βλ. γ παράδειγμα). Ο βαθμός αγανάκτησης απαιτεί και μια άλφα γραφικότητα στην εκφώνηση της έκφρασης (βλ. ταινία).

  1. - Έλα να ξαδούμε το Matrix ρε Μπάμη (για χιλιοστή φορά)
    - Όχι άλλο κάρβουνο! (με μαρτυρικό τόνο)

  2. (από την ταινία) - Τι κάνετε μωρέ; Σταματήστε το κάρβουνο... Όχι άλλο κάρβουνο!

  3. (www.in.gr) Όχι Άλλο LINUX! Μετανοώ! Υπόσχομαι να ξαναμελετήσω Linux και να επιστρέψω με τον κηδεμόνα μου.

(από poniroskylo, 21/05/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ενίοτε ο Ηλίας στο πιο χωριάτικο...

Χρησιμοποιείται όμως και για τον έμμεσο προσδιορισμό της φούτσας...

... -Καλά... συνέχισε και θα μου δεις τον Λιά, έτσι που σκύβεις μωρή Ελεωνόρα (=η προκλητική γυναίκα).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πάρε δρόμο/δίνε του. Καθιερώθηκε από τον αθλητικό αναλυτή Τάκη Τσουκαλά.

- (Γκόμενα) - Γιατί κλείνεις τις γραμμές;
- (Τάκης, κόβει την γραμμή) - ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ.. γιατί έτσι γουστάρω.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χιουμοριστική έκφραση που σημαίνει αυτό ακριβώς που λέει. Υπόσχεται εκδίκηση. Ήταν η συνήθης έκφραση του τηλεοπτικού «Χλαπάτσα», ρουφιάνου στην κωμικής σειρά «Της Ελλάδος τα Παιδιά» και από τότε χρησιμοποιείται ευρέως για χιουμοριστικούς λόγους. Χωρίς δηλαδή να αποτελεί πραγματική απειλή.

Ώστε δεν μου μιλάτε, ε; Καλά, θα σας δείξω εγώ, θα δείτε τι θα πάθετε!

Η ατάκα είναι στα 0:18 του κλιπ (από poniroskylo, 18/06/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η δυσάρεστη γεύση και αίσθηση γενικότερα στο στόμα, συνήθως μετά το πρωινό ξύπνημα.

- Φτιάξε ένα καφέ γρήγορα, γιατί χθες το βράδυ δεν έπλυνα τα δόντια μου και το στόμα μου από τα τζατζίκια είναι τσαρούχι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το σωστό είναι: αλάργα, το αντίθετο του απίκο.

- Δεν βγήκαμε στο νησί, το καράβι έριξε άγκυρα αλάργα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

  1. Αισχρό βρίσιμο, που μόνο μπινές θα μπορούσε να εκφέρει...

  2. Μεζεδάκια πικάντικα και μικρής ποσότητας συνήθως, που συνοδεύουν «σκληρά», «πατροπαράδοτα» οινοπνευματώδη (ούζο, τσίπουρο, κλπ)

  1. -Όταν τον συνάντησα τον πούστη, τού 'ριξα κάτι μπινελίκια που δεν ήξερε από πού τού 'ρθαν!!

  2. - Καλά, χθες, στο τάδε μαγαζί που πήγαμε για ουζάκι, είχε και κάτι μπινελίκια!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Παίρνω εκδίκηση.

Μιχάλης: - Μου έβγαλε την πίστη ένα χρόνο ο Laurent, αλλά έτσι και τον πετύχω πουθενά θα πάρω το αίμα μου πίσω!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified