Ρητορική ερώτηση η οποία γίνεται από άτομο Α προς άτομο Β όταν το άτομο Β μόλις έχει απευθυνθεί στο άτομο Α με οικείο τρόπο -συνήθως χρησιμοποιώντας σλαγκικό λεξιλόγιο- και το άτομο Α θέλει να ξεκαθαρίσει στο Β ότι δε θέλει πολλές οικειότητες και όταν οι δύο συσχετίζονται στα πλαίσια ενός από τα παρακάτω:

Άτομα Α και Β είναι συνάδελφοι και στην επαγγελματική τους σχέση υπάρχει διαφορά δυναμικού (ο Α είναι προϊστάμενος του Β ή ο Β μόλις εντάχθηκε στο εργατικό δυναμικό της εταιρίας).

Άτομα Α και Β δεν γνωρίζονται καλά και το άτομο Α δεν θεωρεί ότι ο πάγος έσπασε.

Άτομο Α είναι γηραιότερο του Β κατά 20 ή παραπάνω χρόνια.

Άτομα Α και Β έχουν κάποια άλλη επαγγελματική η μη σχέση, π.χ. ο Α είναι τροχονόμος και σταμάτησε τον Β για παραβίαση του ορίου ταχύτητας ή είναι σπιτονοικοκύρης του Β και γενικώς όταν ο Β είναι κατά κάποιον τρόπο υπόλογος του Α.

Παρά την αναφορά στις ένοπλες δυνάμεις, η έκφραση αυτή δε χρησιμοποιείται συχνά μεταξύ φαντάρων ή μονιμάδων, αλλά η χρήση της εκεί φέρει έναν ακόμη περισσότερο κωμικό χαρακτήρα, καθότι τα συσχετιζόμενα άτομα όντως υπηρετούν. Όπως έχει μια δημοφιλής άποψη, στα πλαίσια της στρατιωτικής θητείας δημιουργούνται δυνατές φιλίες και ως εκ τούτου η χρήση σλαγκικών εκφράσεων οικειότητας (π.χ. καλλιτέχνη, δικέ μου κ.α.) μεταξύ δύο πρώην συνυπηρετούντων είναι και αποδεκτή και απαντάται και συχνά.

  1. - Φίλε, να σου πω ρε, αυτές τις τιμολογήσεις που κάναμε χτες...
    - «Φίλε»; «Ρε»; Δε μου λες μήπως κάναμε στρατό μαζί και δεν σε θυμάμαι;

  2. - Με συγχωρείς, αλλά πέντε χιλιόμετρα την ώρα παραπάνω πήγαινα, θα το κάνουμε θέμα τώρα;
    - Προς τι ο ενικός, κύριε; Κάναμε στρατό μαζί; Και δεν έχει σημασία κατά πόσο παραβιάσατε το όριο ταχύτητας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση ολίγον τιραμισουρεαλιστική, που περιγράφει σλανγκογραφικώς την κατάσταση φραπέ ενός κινούμενου πλήθους που, αντί να δίνει στους περαστικούς μια σοβαρή, κυριλέ και κιμπάρικη εικόνα, έχει εκφυλιστεί σε τζέρτζελο των συμμετεχόντων, σε α ΠΡΟ.ΠΟ. αυτοσχέδιες μπυρουέτες όσων είναι ή περπατάνε σαν μεθυσμένοι και, γενικώς, σε ένα μπάχαλο χωρίς κανέναν έλεγχο.

Αν και χρησιμοποιείται ανετότατα για παρέα-πουτσοπανήγυρη που ξαφνικά αποφασίζει να πιει το πεντηκοστό της ποτό στο απέναντι μαγαζί, ωστόσο δίνει ρέστα στο χώρο που γεννήθηκε, δηλαδή στον ελληνικό στρατό, σκιαγραφώντας γλαφυρά το καραπουτσαριό μιας παρέλασης φαντάρων, πολύ νέων για να ξέρουν ή πολύ παλιών για να ασχοληθούν με το άθλημα.

  1. - Ρε συ, αυτοί που βγαίνουν από το Bel Air οι δικοί μας είναι; Πού πάνε όλοι μαζί;
    - Δε λες καλύτερα πώς πάνε; Πότε προλάβανε και γίνανε γκολ; Κοίτα χάλι... Σαν μπουρδέλο σε μετακόμιση...

  2. - Τι είναι αυτά ρεεε! Περνάνε τα τεθωρακισμένα ρε ψόφιοι, να ξηλώνεται η άσφαλτος!
    - [φαντάρος μέσα απ' τα δόντια] ...τη μαλακία που σε δέρνει, στρατόκαυλε, στο δώδεκα και σήμερα...
    - Σκασμόοος! Απαράδεκτοι! Μπουρδέλο σε μετακόμιση! Άχρηστοι! ΕΜΠΛΟΚΗ ΣΤ' ΑΡΙΣΤΕΡΟ!...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified