Further tags

Ο τεμαχισμός δια δαγκώματος του κατεργασμένου χασίς (μαύρο), ο οποίος ισοδυναμούσε με πρόχειρη μονάδα μέτρησης και διάθεσης (πώληση ή ανταλλαγή ή χάρισμα) του χασίς. Σλανγκιά που δεν πολυχρησιμοποιείται πια, είναι dated, καθώς υπάρχουν κι άλλοι τρόποι τεμαχισμού.

- Πόσο θες για μια δοντιά από αυτό;
- Φίλε είναι καϊνάρι, για σένα ένα δεκαρικάκι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μικρή ποσότητα ή δόση πρέζας ή κόκας, αρκετή για να σε σιάξει. Εναλλακτικά ψάκι, ποδανιστί, ξαφίκι.

Εκ του αγγλικανικού fix.

- Σε διαθεσιμότητα για δύο φιξάκια ο Αστυφύλακας ... της Αμέσου Δράσεως, να κατέχει μικροποσότητα ναρκωτικών ουσιών
(εδώ)

- Ναι, η ζωή χρειάζεται αναισθητικά... Ας αποποινικοποιήσουμε και τα φιξάκια της ηρωίνης και τις μυτιές της κοκαΐνης... Τουλάχιστον αυτά δεν είναι επικίνδυνα για την υγεία όσων δε τα χρησιμοποιούν...
(εκεί)

- Από χθες ψάχνονται οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι πως βρέθηκε ένα φιξάκι ηρωίνης πεταμένο στη μέση του διαδρόμου του σωφρονιστικού καταστήματος ...
(παραπέρα)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο όρος υπάρχει επειδή:

  • η νοοτροπία της μέσης Ελλεϊνίδας όταν τη ρωτούν «Τι θέλεις πια!!», είναι να απαντά σεμνά και ταπεινά: «Όλα»,
  • ό,τι είναι πολύ για τον μεν, δεν είναι απαραίτητα πολύ και για τον δε, αλλά και τον δήθεν,
  • εδώ στο Νότο που η αγάπη κάνει κρότο, το να μην στρογγυλεύεις τα σγουρά θεωρούνταν ανέκαθεν μέγιστη γυφτιά,
  • σαν λαός ήμασταν του λαρτζ για να ασχοληθούμε με το τι ακριβώς καθάριζαν μπλε και πράσινοι διαπλεκόμενοι και τώρα, που κάτι λίγα μάθαμε και κάτι περισσότερα -πάντα στο περίπου- υποψυλλιαζόμαστε, ντεμέκ σοκαρισμένοι• παλαβώνουμε.

Αποδίδει το νόημα του γκουγκλονούμερου περιορίζοντάς το όμως στον οικονομικο - ψυχολογικό επίπεδο. Έτσι, αφήνοντας στην μπάντα την όποια επιστημονικότητα, απ’ τη μια τονίζει την ύβρη του υπερβολικά συσσωρευμένου πλούτου ..υπερβάλλοντας χαριτωμένα, ζηλιάρικα και αγανακτισμένα κι απ’ την άλλη, αντηχεί τη μίζερη πεποίθηση πως ο υπερβολικός πλούτος παλαβώνει τον κάτοχό του.

Παίζει και με δύο «μ» σαν «παλαβομμύρια».

1. Δεν είναι καν είδηση ότι μια καλοταϊσμένη αγελάδα που κληρονόμησε τα παλαβομύρια από το μπαμπά της (να υποθέσω επειδή δεν τεμπέλιαζε;) έχει τέτοιες απόψεις. Παντού στον κόσμο τα παράσιτα έτσι σκέφτονται κι έτσι εκφράζονται. (…) Οι άλλοι, οι κανονικοί άνθρωποι κι κυρίως όσοι πλούτισαν με την ενεργητικότητα τις ιδέες και τη δουλειά τους δεν εκφράζονται ποτέ με τέτοιο τρόπο -ούτε ο Τζόμπς, ούτε ο Γκέιτς, ούτε ακόμα κι εκείνοι οι παλιοί σχεδόν μυθικοί Ροκφέλερ, Φορντ μιας άλλης εποχής. (περί των προκλητικών δηλώσεων της ζάμπλουτης Αυστραλής Gina Rinehart, ο λόγος)

2. Εδώ ο κόσμος καίγεται και τα μουνιά χτενίζονται. Αυτοί μιλάν για παλαβομύρια ευρώ και τα παππούδια τρώνε από τα σκουπίδια. Πώς το αντέχετε ρε έλληνες αυτό; Τόσο καλοπερασάκηδες είσαστε όλοι σας; Ξυπνήστε ρε!!!!!!!!!!!!!!!! Να τους πάρουμε με τις πέτρες!!!!!!!!!!!!!!

3. Όποιος άρρωστος εγκέφαλος πρότεινε αυτήν τη ρύθμιση, θέλει κρέμασμα. Οι κυβερνητικοί, αποδεικνύοντας ότι μισούν τους ανθρώπους που τα βγάζουν πολύ δύσκολα πέρα, λένε ότι η αύξηση του απαιτούμενου αριθμού ενσήμων θα συμβάλει στην καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και της μαύρης εργασίας… Φταίνε δηλαδή οι εργαζόμενοι που στην Ελλάδα υπάρχουν ένα εκατομμύριο ανασφάλιστοι και πάρα πολλές επιχειρήσεις χρωστάνε παλαβομμύρια στα ασφαλιστικά ταμεία!

(Όλα απ’ το δίχτυ)

Και στα δικά μας!! (από sstteffannoss, 05/09/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η λέξη έγινε γνωστή και διαδόθηκε από τον Γιάννη Τζόκλα. Προέρχεται από τη μονάδα μέτρησης ραδιενέργειας στο διεθνές σύστημα μονάδων Μπέκερελ (βλέπε και Ανρί Μπέκερελ) και σαν σκοπό έχει να δηλώσει κάθε είδους αρνητική κατάσταση την οποία μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος.

Δηλώνει:

1) Αρνητική ενέργεια
2) Ξενέρωμα
3) Ατυχία – αναποδιά
4) Κινητό τηλέφωνο που χτυπάει σε παραλία σε νησί άγονης γραμμής

Τη χρησιμοποιούμε επίσης για να δηλώσουμε κάθε είδους άσχημη κατάσταση.

  1. Ήρθε μέσα στα νεύρα και με μπεκερέλιασε.

  2. Άκυρο το ταξίδι φάγαμε μπεκερέλα μάγκες.

  3. Έπεσε στο μονοπάτι και έσπασε το χέρι του.Μπεκερελιάστηκε άσχημα.

  4. Ιδιαίτερη μορφή μπεκερέλας είναι η χρήση smart phone σε νησί άγονης γραμμής (σύμφωνα με τον bill-o).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πηχάκι που χρησιμοποιείται ως πρόχειρο μέτρο από τους καραβομαραγκούς. Μεταφέρει ουσιαστικά τη μέτρηση από ένα τμήμα του σκαριού στο άλλο και μετά πετιέται. Απαντάται στις αρχές του 15ου αιώνα σε Ιταλικά ναυπηγικά κείμενα ως morello.

Για να βρεις σωστά το βιάρισμα της κουπαστής καλό είναι να πάρεις μερικά μορέλλα πρώτα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified