Selected tags

Further tags

Βγαίνει απ' το loser (χαμένος) και το user (χρήστης).
Χρησιμοποιείται για κάποιον ανίκανο...

- Καλά ρε αυτός ο Ρούλης, πόσο πιο luser πια;
- Γιατί τ λες αυτό;
- Χθες έπιασε μια α' εθνικής, και αντί να τν ρίξει αμέσως, άρχισε ν τσ μιλάει για τη συλλογή του με τ γραμματόσημα!!
- LOL =]

Χρήστης Ελ. (από Galadriel, 07/10/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ιντερνετικός όρος από το αγγλογενές ρήμα μπανάρω, δηλαδή απαγορεύω. «Κάνω μπανάκι» σημαίνει τρώω πόρτα από ένα διαδικτυακό forum ή άλλη παρόμοια μορφή ιντερνετικής επικοινωνίας, επειδή έχω υπερβεί κατάφωρα τους κανόνες λειτουργίας του κι ο mod ή admin με πετάει όξω. Η πρόσκληση «πάμε για μπανάκι;» λέγεται σε μια σπάνια στιγμή ευγενούς διαδικτυακής ανδρείας, όταν ο γράφων σε forum αποφασίσει να γράψει τον αντμιν στην πούτσα του, επειδή νιώθει ότι πρέπει οπωσδήποτε να πει αυτό που θέλει να πει. Η έκφραση «πάμε για μπανάκι» είναι ένα σύγχρονο «Μολών λαβέ!».

- Ρε φίλε, η παροιμία που καταχώρισες στο slang.gr υπάρχει απ' την Τουρκοκρατία, και την ξέρει κι η κουτσή Μαρία! Ο Τριανταφυλλίδης έχει πέντε σελίδες για πάρτη της! Άσε που δεν έχει κανένα στοιχείο αργκό! Τι το πέρασες εδώ; Μπαμπινιώτη; Ή σου αρέσει να κάνεις μπανάκι;

(από Vrastaman, 10/09/10)

Σχετικά: μπανάνα / banάνα, μπάνιο, μπανιστάν

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Διαδικτυακή συντομογραφία της έκφρασης «κατά την ταπεινή μου γνώμη» με την οποία τα Greek geeks αποδίδουν το αγγλικό ΙΜΗΟ (in my humble opinion).

  1. - Η Huffington post μαζεύει χρήσιμα widgets για την αποτελεσματικότερη διαδικτυακή παρακολούθηση των εκλογών στις ΗΠΑ. Από αυτά πιο ενδιαφέρον το google map κττμγ.

  2. - ΚΤΤΜΓ, το πρόβλημα είναι ότι αν αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε αδιακρίτως ελληνικούς τεχνικούς όρους (ακόμη και σε αμετάφραστες περιπτώσεις), κάποιος που θα μάθει τους ελληνικούς δεν θα μπορεί να διαβάσει αγγλικά βιβλία γιατί δεν θα ξέρει τους αγγλικούς.

(Παραδείγματα από την γκικόσφαιρα)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οι περισσότεροι το θεωρούν αρρώστια... Άλλοι πάλι το αντιμετωπίζουν ως κάτι απολύτως φυσιολογικό. Μου ζητήθηκε να γράψω τον ορισμό αυτού του λήμματος, γιατί εγώ έγειρα τον ασισματισμό στο σλανγκ τζηαρ.

Μα τι είναι αυτό το πράγμα τέλος πάντων;

Όλοι ξέρουμε ότι, στο τέλος των λέξεων το -σ γίνεται -ς. Όχι πάντα...
Οι «πάσχοντες» δε χρησιμοποιούν για λόγους συντομίας το αγαπημένο σίγμα στο γραπτό λόγο στον υπολογιστή και στη θέση του βάζουν το -σ (π.χ. μαλάκασ).

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι, τα κείμενα απο τους αστιγματιστές είναι δυσανάγνωστα και πρέπει να καταπολεμηθεί αυτή η αρρώστια με οποιοδήποτε τρόπο. Από την άλλη, οι αστιγματιστές δηλώνουν ότι, δεν είναι άρρωστοι και ότι, δεν πρέπει να δίνεται τόση σημασία σε αυτό, αλλά στο περιεχόμενο του λόγου.

Όσο εξελίσσεται η τεχνολογία, εξελίσσεται και ο ασιγματισμός. Το σίγμα που, όπως όλοι ξέρουμε, συντελεί στη δημιουργία των διπλών συμφώνων και κυρίως του ψ και του ξ, τείνει να τα καταργήσει και να τα κάνει πσ και κσ.

****Δεν πρέπει να μπερδεύεται με τους τριχοφοβικούς****

ΟΛΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΣΥΝΤΟΜΙΑ

- Καταργήθηκε το τελικό σίγμα;;;
- Ναι, θεωρηθηκε ότι παίρνει τη δουλειά του κανονικού σίγμα, το οποίο κατέθεσε ασφαλιστικά μετρα, τα κέρδισε και πήρε προσωρινή διαταγή, οπότε το τελικό πήρε τον πούλο... Δράμα σου λέω... Απλά μέχρι στιγμής το ξέρουνε λίγοι, οπότε μην το κανεις θεμα. ;)

(ντόπιο)

(όλα τα σχόλια μου κάπου θα έχουν παραδείγματα)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πρόκειται για υπερθετική διατύπωση του λολ, της διαδικτυακής δηλαδή επισήμανσης ότι σε κάποιον καθαρίζουν εικονικά αυγά και ξεκαρδίζεται στα γέλια. Καραλόλ προκαλούν τόσο πραγματικά αστεία, όσο και οι παπαριές που έχουν διατυπωθεί.

Το ιντερνετικό αυτό σλανγκ πραγματοποιεί πλέον την μετάβασή του στη ξεμπρίζωτη καθομιλουμένη.

Εκ του Τουρκικού kara- (μαύρο) και του αρχαίου καγχάζω (γελώ ωσάν xaxac), το οποίο συνδέεται ετυμολογικά με την λέξη laughing (βλ. www.etymonline.com).

- pasokkav Says: ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΖΟΜΑΙ ΓΙΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΟΤΙ Η ΑΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΕΊΝΑΙ ΜΙΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ. ΟΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ BLOGGERS ΕΧΟΥΝ ΣΤΑΘΕΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΚΡΙΤΙΚΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΚΑΙ ΣΤΗ ΙΔΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΤΑΞΗ ΠΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΖΟΥΝ ΕΧΟΝΤΑΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΕ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΕ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΠΛΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ.Η ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΡΑΣΙΝΗ BLOGGER ΕΞΕΦΡΑΣΕ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ. ΔΕΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΟΥΤΕ ΥΠΕΡ ΟΥΤΕ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΑΛΛΑ ΣΤΑΘΗΚΕ ΚΡΙΤΙΚΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΊΧΕ ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΞΕΙ ΤΙΠΟΤΕ ΚΡΙΣΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ. ΝΑΙ ΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ BLOGGER ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΕ ΚΑΘΕΤΙ ΑΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΩΘΕΙ ΤΑ ΚΑΥΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΕΟΛΙΑΣ ΌΠΩΣ Η ΑΝΕΡΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. ΑΥΤΟ ΕΙΠΕ Η ΜΑΡΙΖΑ . ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΦΗΣΑΝ ΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΕΙ, ΤΗΣ ΠΗΡΑΝ ΤΟΝ ΛΟΓΟ. ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΘΕΩΡΗΣΑΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, ΘΑΡΡΕΙΕ ΚΑΙ ΕΊΝΑΙ ΑΚΚΑΟ ΝΑ ΑΝΗΚΕΙΣ ΣΕ ΠΑΡΑΤΑΞΗ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΣΤΟ ΠΑΣΟΚ ΠΟΥ ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΟ ΜΙΣΟΥΝ . ΟΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΤΟ ΠΑΙΞΟΥΝ ΑΚΟΜΜΑΤΙΣΤΟΙ.

- exiled Says: Μιλάμε για καραλόλ καταστάσεις. Προς pasokkav: Είσαι σύμβουλος του Παπανδρέου;

(εντελώς τυχαία επιλογή από τις χιλιάδες αναφορές σε ιντερνετικά φόρα)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ακολουθία χαρακτήρων που χρησιμοποιείται στον γραπτό (διαδικτυακό) λόγο για να δηλώνει συγκεκριμένο συναίσθημα.

Συνώνυμα: γελαστούλης, εμότικον, σμάιλι

  1. Πώς να βάλετε «φατσούλες» στο τσατ [...] Δοκιμάστε να πληκτρολογήσετε τα παρακάτω!
    <3, :(|), \m/, :-o, :D, :(, x-(, B-), :'(, =D, ;), :-|, =), :-D, ;^), ;-), :-), :-/, :P (από το διαδίκτυο)

  2. - Χαρούμενες φατσούλες: :>, :)
    - Λυπημένες φατσούλες: :-/, :|
    - Έξυπνες φατσούλες: :P, ):-), O:), 8--), ;-}, ;-), ;)

(από το διαδίκτυο)

Φατσούλες βέρσους πυρηνικά (απ\' το μπλόγκ «The Very Closed Circle»). (από vikar, 28/05/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Διαδικτυακή γλώσσα, αντίθετο του greeklish. Τα engreek είναι αγγλικά γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες. Δεν χρησιμοποιείται και πολύ, αλλά όταν γίνεται έχει πολύ γέλιο και είναι τρομερή φάση.

Παράδειγμα από chat στο Windows Live Messenger περιλαμβάνεται παρακάτω.

- Σόου, χάου ντου γιου ντού;
- Αι έμ φάιν, άι τζάστ χέντ ε μπάθ.
- Αααα, νάις, άι ντιντ του. Γουάτ πέρφιουμ ντου γιου πουτ;
- Αι ντοντ.
- ... Οοου. Οκέη. Γουίλ γιου καμ του δε πάρτυ τουνάιτ;
- Νόου, μεν, αι χεβ εν ινγκλις λέσον. Ιτ σαξ, μπατ άι χεβ του γκόου.
- Γκάτ-ντέμιτ! Γιού αρ μίσιν δε τάιμ οβ γιούρ λάιφ, μπρο!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ελληνική απόδοση του «omg», συντομογραφία του «oh my god» που σημαίνει «ω θεέ μου». Χρησιμοποιείται κυρίως από gamers σε περιπτώσεις που συμβαίνει κάτι αξιοθαύμαστο ή όταν κάποιος το πνίγει.

Ο μι τζι ρε μαλάκα, το νούμερο δεν με χίλαρε και πέθανα!!

Ο μι τζι, ρε φίλε τι κώλος είναι αυτός!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ελληνοποιημένα το «gr» (τζι αρ) που απαντάται σε sites και σε ηλεκτρονικές διευθύνσεις.

- Για πες μου την ηλεκτρονική σου διεύθυνση για να σου στείλω με mail τα αρχεία που μου ζήτησες.
- Petropoulos τελεία γκουρού.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

τρολ, τρόλι

Έτσι λέγεται στη διαδικτυακή αργκό ο χρήστης του ίντερνετ με διάφορα απωθημένα, ο οποίος κάτω από το πέπλο της ανωνυμίας μπαίνει σε forums, chat rooms ή blogs και γράφει άσχετα ή επιθετικά σχόλια με σκοπό να διαταράξει τη συζήτηση.

Ο όρος troll μάλλον προήλθε από την έκφραση trolling for suckers (= ρίχνω δόλωμα για να πιάσω κορόιδα), όπου trolling είναι μια μέθοδος ψαρέματος με πολλαπλά δολώματα από κινούμενο σκάφος. Πέρα από αυτό όμως, troll είναι και ένα κακόβουλο τέρας της σκανδιναβικής μυθολογίας, οπότε ήρθε κι έδεσε.

- Τι γίνεται ρε Γιώργο; Όλο ξενέρωτα θέματα βάζεις στο blog σου τώρα τελευταία...
- Άσε με ρε, κάθε φορά που βάζω τίποτα «εθνικά ευαίσθητο», μου την πέφτουνε τα τρολ εθνίκια... Βαρέθηκα το ίδιο βιολί όλη την ώρα!

βλ. και τρολιά, τρολάρω, τρολιάζω

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified