Αποφεύγω να πατάω πάνω στο πόδι παρευρισκόμενου ατόμου.
Αποφεύγω να πατάω πάνω στο πόδι παρευρισκόμενου ατόμου.
Got a better definition? Add it!
Ποδοσφαιρικό, εμπνευσμένο από την ξερή. Ο άσχετος αμυντικός.
- Καλό το σέντερ μπακ του Πανακρατηριακού;
- Μπά, δεν κόβει μπάλα ούτε με βαλέ...
Got a better definition? Add it!
Το παίζω μάγκας και νταής σε κάποιον, παριστάνω τον άγριο και κάνω τσαμπουκά. Χρησιμοποιείται όμως και την περίπτωση που κάποιος το θεωρεί τον εαυτό του πολύ έξυπνο.
- Καλά, είδες το ξύλο που έφαγε χτες ο Μάνος;
- Να μάθει να μην πουλάει μαγκιά στα μικρά! Αλλά πού να το ξέρει πως ο Πετράκης έχει μεγάλο αδερφό.
Got a better definition? Add it!
Η ολοκληρωμένη φράση «να δεις τα ραδίκια ανάποδα» σημαίνει ότι θα σε θάψω και μιάς και θα είσαι κάτω από το χώμα θα μπορείς να βλέπεις τα ραδίκια από την ανάποδη (ίσως να εννοεί τις ρίζες).
Σχετικά λήμματα: θυμαράκια
Έτσι και δεν μου φέρεις τα λεφτά αύριο θα σε κάνω να δεις τα ραδίκια ανάποδα!
Got a better definition? Add it!
(ή αλλιώς «μας πήραν τα ζουμιά», «μας πήραν τα μέλια»). Όταν στην παρέα υπάρχει ζευγάρι και είναι όλο μέσα στις γλύκες και στα φιλιά μεταξύ τους.
Σιγά ρε! Πώς κάνετε έτσι εσείς; Μας πήραν τα σορόπια!
Got a better definition? Add it!
Χαρακτηρισμός της παλάμης, χρησιμοποιείται στην περιγραφή της πράξης της μαλακίας.
- Καλά, αυτός πως την βγάζει τόσο καιρό;
- Δουλεύει την χείρα με τα πέντε ορφανά!
Got a better definition? Add it!
Έκφραση η οποία χρησιμοποιείται κυρίως από άντρες για άντρες, όχι απαραίτητα βέβαια, όταν αυτοί γκρινιάζουν ή παραπονιούνται σαν γκόμενες.
- Τι λες να πάμε Ψυρρή σήμερα;
- Πάλι εκεί μωρέ την άλλη φορά ήταν τίγκα στους κάγκουρες κλπ.
- Πώωωω, πάλι τσινάει η πουτανίτσα.
Got a better definition? Add it!
Για αυτούς που τον πουτσοπαίζουν, γενικά που είναι πέρα βρέχει και στον κόσμο τους.
Υ.Γ. Γιορτάζουν την Καθαρά Δευτέρα.
- Άντε καλή Σαρακοστή ρε Λία και χρόνια σου πολλά, μην ξεχάσω...
- Ευχαριστώ, αλλά γιατί;
- Ε βρε αδερφάκι μου, όλον τον χρόνο πετάς τον αετό. Αμόλα καλούμπα!
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Φεύγω, αποχωρώ. Κυρίως απευθύνεται με άσχημο τρόπο σε κάποιον, προτρέποντάς τον να φύγει και να μας αφήσει στην ησυχία μας.
Σχετικά λήμματα: την κάνω, την κανά, παίρνω τον πούλο, τζους, ξεμπαζώνω
-Δεν σε αντέχω άλλο ρε, μας έχεις πρήξει από την ώρα που ήρθες, άντε άδειασέ μας την γωνιά γιατί θα τσακωθούμε πολύ άσχημα.
Got a better definition? Add it!
Published
Last modified
Φυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν, διακόπτω την συζήτηση άλλων για να πω την γνώμη μου ή κάτι τελείως άσχετο.
- ...και οι έρευνες έδειξαν πως οι κλιματολογικές αλλαγές θα έχουν ως συνέπ... - Θα πάμε σε κανένα clubάκι το βράδυ; - Καλά εσύ τι πετάγεσαι σαν την πορδή, δεν βλέπεις πως συζητάμε;;
Βλ. και σφηνόπουτσα, σαν πούτσα πετάγεται
Got a better definition? Add it!