Further tags

Το πατρινό ισοδύναμο του πάει η μαλακία σύννεφο. Δεν ξέρω αν προέρχεται από την επιτατική έννοια που παρατηρείται στη λέξη γόνατο στο οικείο λινκ, ή αν είναι από την εικόνα του τύπου που την παίζει τόσο βίαια που το χέρι πάει κι έρχεται μέχρι το γόνατο.

- Πιστεύω ότι πρέπει να εισηγηθούμε την προσάρτηση τρίτου βυζιού στη μέση.
- Ναι. Χρειάζεται.
- Προφανώς. Έχεις χουφτώσει τα δύο. Το στόμα σου πού το βάζεις;
- Και προφ για εργονομικούς λόγους πρέπει να είναι σε σειρά. Στο ίδιο πνεύμα, βέβαια, χρειάζονται τέσσερα. Για να μπορείς να χουφτώνεις τα δύο και να βάζεις τη μάπα σου ανάμεσα στ' άλλα δύο.
- Ναι...εδώ βέβαια δεν είναι ξεκάθαρο αν βολεύει να είναι εν σειρά ή σε ζεύγη...
(τρίτος που άκουγε τη συζήτηση:)
- Να βάλουμε και δυο στην πλάτη λέω 'γω;; Πάει η μαλακία γόνατο...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κρητική έκδοση της έκφρασης «άι στο διάολο!» και, πιο συγκεκριμένα, για την περιοχή των Σφακίων.

Ο Γκίγκιλος είναι μια από τις κορυφές των Λευκών Ορέων στην Κρήτη, όπου οι κάτοικοι της περιοχής θεωρούσαν ότι κατοικεί ο διάβολος και επομένως, όταν ήθελαν να ξαποστείλουν κάποιον, του έλεγαν να πάει στον Γκίγκιλο.

Ουφ, μας τα 'πρηξες... Άμε στον Γκίγκιλο μωρέ!

(από pvnrt, 26/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αντιδραστική απάντηση σε άρνηση προηγούμενης ερώτησης ή αίτησης, κατά το Οχιά διμούτσουνη!, με μια γεύση αρβανίτικη, καθώς το δραγκολιά προέρχεται από την αρβανίτικη έκδοση του φιδιού δεντρογαλιά.

Μάνα (Αρβανίτικης καταγωγής κατά προτίμηση): Πήγαινε στο περίπτερο να μου πάρεις τσιγάρα!
Παιδί: Όχι.
Μάνα: Οχιά και δραγκολιά! Θα στείλω τον αδερφό σου.

(από pvnrt, 26/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κρητική ιδιόλεκτος. Βαράω μαλακία.

Μας καύλωσε η Μαρία. Θα παίξω ένα γροθουλάκι απόψε για πάρτη της...

(από Jim Blondos, 17/11/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λευκαδίτικη έκφραση που σημαίνει το φοβερό χασμουρητό.

Κατακλείδι πρέπει να είναι η κάτω γνάθος στα Λευκαδίτικα, οπότε έτσι εξηγείται η έκφραση. Απαντά σε όλα τα πρόσωπα, π.χ. «Ε, βρε μαλάκα, θα σου βγει το κατακλείδι», ή «Δες πως χασμουριέται, θα του φύγει το κατακλείδι» κλπ.

  1. Μπα, σε καλό μου. Θα μου φύγει το κατακλείδι! Τι νύστα είναι αυτή;

  2. Τραβάει κάτι χασμουρητά ο μαλάκας, θα του φύγει το κατακλείδι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μας έπρηξες τ' αρχίδια.

Γίνεται αντιληπτό μόνο στην Πάτρα! Οπουδήποτε αλλού η χρήση είναι μάταιη.

  1. Τι κορνάρεις ρε μαλάκα μια ώρα από πίσω και μας σκότισες τον κώλο;

  2. - Κώστα μου, απόψε να φάμε στο εστιατόριο που πρότεινε η μαμά, λέει είναι το καλύτερο!
    - Μας σκότισες τον κώλο κι εσύ, κι η μάνα σου και τα εστιατόρια σας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Λέγεται όταν δεν πάνε σε κάποιον καλά τα πράγματα γενικώς.

Μωρέ τ' αγόρασα εκείνο το φουστάνι και το χρουστώ... κακά και μαύρα!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ολοκληρωμένη εκδοχή του πολυαγαπημένου βορειοελλαδίτικου κλάιν μάιν.

Κλάιν μάιν ον δε λάιν.

(Αποτελεί πρόταση με ολοκληρωμένο νόημα, σπάνια χρησιμοποιείται μέσα σε άλλη πρόταση και «στέκεται» μόνη της σαν έκφραση).

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κατά τη διαδικασία του γδαρσίματος ενός ζώου, χρησιμοποιείται από τον γδάρτη ένα καλάμι (μασούρι), το οποίο περνά στο πίσω πόδι του σφάγιου για να το φουσκώσει, διαχωρίζοντας το δέρμα από το κρέας. Μετά είναι πιο εύκολο να αφαιρέσει την προβιά.

Είναι μία διαδικασία γδαρσίματος κατά την οποία το σφάγιο σχεδόν διπλασιάζεται σε όγκο, οπότε μεταφορικά όταν κάποιος παχύνει απότομα ακούει την εν λόγω φράση.

Συνέχεια της στιχομυθίας του Λιλιάμτη με το συμμαθητή του από το χτενίζω τις κωλότριχες:
- Καλά ρε φιλαράκι πως φούσκωσες έτσι;
- Ε, να τρώμε λιγάκι παραπάνω (λες και τρώνε 2 μαζί)...
- Τι λιγάκι που είσαι σα να σε φούσκωσαν με το μασούρι!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στη λίμνη των Ιωαννίνων Παμβώτιδα, υπήρχε ένα σημείο, λίγο μακρύτερα από τα ταβλοκαφενεία, που το λέγανε «το δώδεκα». Ο μύθος επισημαίνει ότι επειδή ήταν το βαθύτερο, (δώδεκα μέτρα έως το βυθό) εκεί ρίχνονταν όσοι ξέφευγαν από το Ψυχιατρείο, που τότε ήταν παραλίμνιο και ακόμη όσοι απελπισμένοι αποφάσιζαν να κόψουνε την άλυσο αφήνοντας τον μάταιο τούτο κόσμο για πάντα.

Εκτός του ότι οι λίμνες είναι φορτισμένες αιώνες τώρα με θρύλους για τέρατα, για απόκοσμες υπάρξεις, για στυγερές δολοφονίες αθώων, πλην εκπάγλου καλλονής νεανίδων που ανατάρασσαν τα πάθη, για παλικάρια που χάνονται στα νερά τους αναζητώντας την άπιαστη θηλύτητα, το μέρος εκείνο ανέδυε και κάτι από τη μοιραία και σκοτεινή γοητεία της εθελουσίας εξόδου στο Επέκεινα.

- Ρε συ, θυμάσαι τον Παντέλα;
- Ποιόν ρε, εκείνον που χρωστάει σ’ όσους μιλάνε Ελληνικά;
- Α γειά σου.
- Εκείνον που τ’ ανοίξανε το μαγαζί και τα σήκωσαν όλα τις προάλλες;
- Ετς.
- Ε…
- Τον παράτησε η γυναίκα του και του άφησε και τα τρία τους παιδιά.
- Ώι-ντάαα… είναι κατευθείαν για το δώδεκα ο τζες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified