Ο στρατιώτης που κυκλοφορεί ασκεπής, δεν φοράει δηλαδή το στρατιωτικό του πηλίκιο.

Κοίτα ρε το ποντίκι που κυκλοφορεί και ασκεπής! Μόλις φάει την πρώτη καμπάνα θα στρώσει!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο στρατιωτικός κουρέας. Χρησιμοποιείται για πολύ κοντά κουρέματα και κουρέματα με ψαλιδιές («έπεσε νίντζα»), καθώς και για να περιγράψει κουρείς που έχουν μια τάση να κοντοκουρεύουν ανεξάρτητα του τι ζητήσεις.

  1. Φαντάρος Α: - Πού πας ρε;
    Φαντάρος Β: - Γάμησε... ο λόχας μ' έστειλε στο νίντζα για να κουρευτώ...

  2. (Ο Γιάννης εμφανίζεται στραβοκουρεμένος στην παρέα του)
    Οι άντρες της παρέας:
    - Έπεσε νίντζα βλέπω...

  3. Γιώργος: - Γιατί τα 'κοψες τόσο κοντά ρε;
    Τάσος:
    - Καλά μαλάκα, ο Μίλτος δεν είναι κομμωτής, νίντζα είναι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η γυναίκα αστυνομικός. Προφανώς από την μπλε στολή.

-Με πήγανε στο στρουμφοχωριό, τρία στρουμφάκια και μια στρουμφίτα.
-Ο μπαμπα-στρουμφ ήταν εκεί;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το επίθετο χρησιμοποιούντανε αρχικά από καραβανάδες για να στηλιτεύσει τα στραβευμένα εκείνα νιάτα που είναι ανίκανα να παρελαύσουν με κάποιον υποτυπώδη έστω συγχρονισμό.

Η έκφραση παρεισέφρησε και εκτός στρατού για να περιγράψει άτομα αμφοτέρων και των δύο φύλων με απαράδεκτο ντύσιμο, συμπεριφορά, ή με εμφάνιση να μασάς σκατά και να φτύνεις.

Εκ του απαράδεκτος.

  1. - Ααααάνδρες! Προοοοοσχή! Cunning, κακομαθημένε, πως στέκεσαι έτσι; Είσαι άπαρ, πέσε και παίρνε!!
    (και για όσους δεν το γνωρίζουν, το μουνί του νέοπα Cunning αυτές τις μέρες πιξελιάζει!)

  2. - Ρε μαλάκα τι άπαρ ντύσιμο είναι αυτό με βερμούδα και άσπρη κάλτσα;. Είσαι μουνομαγνήτης αλλά με αντεστραμμένους πόλους!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η αντρογυναίκα, η γυναίκα αλόγα, η ψηλή και άχαρη, η νταρντάνα στα χειροτερότερά της, αυτή που θα πεθάνει από καρκίνο του προστάτη. Μπορεί να είναι και τζιβιτζιλού, μπορεί όμως και να μην είναι.

Καθόσον η χρήση της έκφρασης προϋποθέτει μια έστω στοιχειώδη εξοικείωση με την πολιτική και τα διεθνή θέματα, θα την ακούσεις κυρίως σε πιο ιντελεκτουέλ / κολωνακιώτικους κύκλους, που αποφεύγουν συνειδητά την αναπαραγωγή λαϊκάντζικων και κακόηχων λέξεων, όπως οι παραπάνω.

Ο συνταγματάρχης Μουαμάρ ελ Καντάφι, δικτάτορας κατ' ουσίαν της Λιβύης από το 1969, είναι ένας ζωντανός πολιτικός θρύλος. Η εκκεντρικότητά του ξεπερνά κάθε όριο. Μορφή υπερτεράστια και γκροτέσκα, τροφοδοτεί με τα καμώματά του τα διεθνή Μήδια σε συνεχή βάση. Ιδίως οι διεθνείς επισκέψεις του φέρνουν σε περιφερόμενο τσίρκο, ένα πανηγύρι του τρελού: στήνει τη βεδουίνικη σκηνή του στα πάρκα των πόλεων, πραγματοποιεί αυτοκρατορικές εμφανίσεις με κουστωδίες και παράτες και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός.

Οι επισκέψεις του Καντάφι είναι όμως κι ένα πανηγύρι του μουνιού, καθώς ο ίδιος, γνωστός μουνάκιας, συνοδεύεται πάντοτε από καμιά σαρανταριά και βάλε γυναίκες-σωματοφύλακες, για την προστασία του από τους κακούς απογόνους των αποικιοκρατών. Οι γυναίκες αυτές είναι και καλά πολεμικές μηχανές, εκπαιδευμένες σε ειδική κανταφοσχολή, δεμένες με όρκο ζωής και θανάτου προς τον ηγέτη. Υποτίθεται - εδώ γελάμε - πως παραμένουν παρθένες, οι κακές γλώσσες όμως λένε πως ο Καντάφας τις έχει περάσει από ένα χεράκι, έτσι να ξέρει τι ψωνίζει ο άνθρωπας..

Τα ιντερνάσιοναλ Μήδια αρέσκονται να τις ανεβάζουν και να τις κατεβάζουν ως ωραίες και σεξουλιάρικες, όμως η θλιβερή πραγματικότητα είναι πως οι περισσότερες μοιάζουν σα να έχουν τρακάρει με τρόλεϊ, μπαζόλες, ανδροειδή του κερατά... Αυτά βέβαια ισχύουν μάλλον για τα εκλεπτυσμένα λαϊφσταλάδικα γούστα μας, ενώ ως γνωστόν περί ορέξεως κολοκυθόπιτα..

- Μαλάκα πως σου φαίνεται η Γεωργία η ρεσεψιονίστ; Μου σκάει κάτι χαμόγελα τον τελευταίο καιρό όταν μπαίνω, κόλαση σε λέω...
- Εσύ αγόρι μου πρέπει να 'χεις να γαμήσεις πολύ καιρό. Ή μήπως να σου συστήσω κανά καλό οφθαλμίατρο; Ρε δε τη βλέπεις πως είναι η γυναίκα, καμήλα με τα όλα της, σαλάχι, υβρίδιο, ιππόκαμπος, σωματοφύλακας του Καντάφι και δε συμμαζεύεται...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κουκούλια αποκαλούνται οι φέροντες κουκούλες και κραδαίνοντες μολότοφ διαδηλωτές.

Τα γνωστά-άγνωστα κουκούλια είναι πράκτορες της ασφάλειας κατά μερικούς, κωλοτρίφτες του ΣΥΝ κατ’ άλλους, ο ανθός της Ελληνικής νεολαίας κατά τους ίδιους.

- Το μόνο παράδοξο που βρίσκω εγώ είναι ότι ούτε λίγο ούτε πολύ (ο «Ριζοσπάστης») λέει (παραδέχεται;) ότι τα «κουκούλια» είναι «προϊόν» της ασφάλειας. Κάτι που με κάνει να απορώ πως και άφησε ο Περισσός να περάσει τέτοια αναφορά στο «Ρίζο»! Αφού ως τώρα υποτίθετο ότι τα «κουκούλια» είναι «παρά» τον ΣΥΝ, ο οποίος και τους χάιδευε τα αυτάκια.
(από εδώ)

- ...λίγο πιο κάτω δεν έχει ένα ποστ που αναρωτιόταν «τι κάνει η αριστερά» ή κάτι τέτοιο; Μάλλον νομίζει πως αυτοί που διέλυσαν την Αθήνα απόψε είναι μερικά κουκούλια και συναφή κωλόπαιδα. Σε άλλη πόλη ζουν.
(από εδώ)

\'Ετσι αυτοπροσιορίζονται τα κουκούλια (από Vrastaman, 30/06/09)είναι κουλ το κουκουλ... (από BuBis, 30/06/09)Burka-chic είναι très koo-kewl! (από Vrastaman, 30/06/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ναυτική αργκό για άπαρτο μπάζο ή για σμήνος σβούρων.

Προέρχεται από το αρκτικόλεξο Όρμος Παροπλισμένων Πλοίων, του Πολεμικού Ναυτικού, όπου μισοβουλιάζουν κάτι ρημαδιασμένοι κι αναξιόπλοοι σκυλοπνίχτες, μέχρι να βρεθεί τριτοκοσμική χώρα που θα ζητήσει να τα αγοράσει, (όπως κάναμε κάποτε κι εμείς με τα Λίμπερτυ)!

Εννοείται ότι τα σκάφη έχουν απογυμνωθεί από χρήσιμο εξοπλισμό, από τους αετονύχηδες πιλάφαρους, που τον πουλάνε όξω.

- Όπα, να και τα μωράαααα! Τί λες, τα χτυπάμε;
- Ποιά ρε; Τα ο.π.π.; Καλά γκαβός είσαι; Πόσον καιρό έχεις να γαμήσεις;
- Πολύ φίλε...
- Ε καλά, τότε πάμε, να βελτιωθεί κι η όρασή σου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ακόμη μια προσφορά στην ιστορική σειρά των Φραπεδολημμάτων. Πρόκειται για σύνθεση της λέξης φραπέ και των αρχικών της Ελληνικής Αστυνομίας (Ε.Α.) και προφέρεται: Φραπέα.

Το λήμμα χαρακτηρίζει την μερίδα εκείνη των οργάνων της τάξεως, που ναι μεν βρίσκονται στον δρόμο (λέγε με μάχιμο), έχουν όμως εμφάνιση και συμπεριφορά χειρότερη κι από τον πιο τελειωμένο Ελληνάρα ελαμωρέ.

Το λήμμα οφείλει την ύπαρξη του στους Ολυμπιακούς Αγώνες και ειδικότερα κάποιους μήνες πριν την έναρξη, όταν στις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις άρχισαν να σταθμεύουν περιπολικά για βάρδιες φύλαξης των χώρων.

Πιστοί στο κυρίαρχο πνεύμα του Ελλαδιστάν, ότι είναι υπεράνω του νόμου και φυσικά εκμεταλλευόμενοι πλήρως τους «θείους» που τους τοποθέτησαν εκεί, οι συγκεκριμένοι «επαγγελματίες», έμοιαζαν τραγικά με τον μικρό Πεπίτο στη Γουαδαλαχάρα την ώρα της σιέστα: Μισάνοιχτη πόρτα ή παράθυρο, κάθισμα ριγμένο πίσω, υπνάκι ή φονικός συνδυασμός φραπέ-τσιγάρο-κινητό (πολλές φορές ταυτόχρονα ακόμα κι αν οδηγάνε).

Εννοείται ότι και πυρηνική βόμβα να έσκαγε στα 5 μέτρα, απλώς θα άλλαζαν πλευρό ή θα παραπονιόσαντε ότι η υπηρεσία δεν τους έδωσε σκούρα γυαλιά για να αποφύγουν το ξύπνημα από την λάμψη της ατομικής έκρηξης.

Δυστυχώς, η «κληρονομιά του 2004», φαίνεται ότι ήταν μεγάλη στη συγκεκριμένη περίπτωση και σαν αποτέλεσμα, η ΦραπΕ.Α. ζει και βασιλεύει στις ημέρες μας.

Εκτός από τις φωλιές, δείγματα παρατηρούνται συχνά σε πληρώματα περιπολικών αλλά παραδόξως όχι μοτοσικλετιστών οι οποίοι (ως επί το πλείστον), διατηρούν μια πιο αξιοπρεπή εικόνα.

Για μεγαλύτερο εφέ (λες και δεν έφτανε το περιγραφόμενο), πολλοί οδηγοί περιπολικών συνδυάζουν γαντάκι οδήγησης (με κομμένα ακροδάχτυλα), χρυσή καδενίτσα, γυαλί Terminator και ύφος πολλά βαρύ (περίπτωση Φραπε-Μπάτσμαν).

Εννοείται ότι κανείς τους δεν φοράει ζώνη ασφαλείας και έχουν πλήρως γραμμένο τον Κ.Ο.Κ. (και ναι είναι οι ίδιοι που θα σου κόψουν κουστουμάκι για φανταστικές και μη παραβιάσεις του ίδιου Κ.Ο.Κ.).

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της συγκεκριμένης κατηγορίας, είναι τα στάσιμα δήθεν-μπλόκα στις Εθνικές κατά τις εξόδους/εισόδους εκδρομέων, όταν δεν επιδίδονται στο προσφιλές σπορ της συγκέντρωσης εσόδων (ειδικά Σεπτέμβριο) με ραντάρ για «υπερβολική ταχύτητα». Το ότι περνάει ο μπάρμπα-Μπρίλιος φορτωμένος σαν Πακιστανικό ΚΤΕΛ και ο οποίος φυσικά δεν μπορεί να πάει πάνω από 40, αλλά αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο στον δρόμο, τους αφήνει παγερά αδιάφορους.

Το είδος συναντάται επίσης και σε κάποιες μόνιμες «σκοπιές» (δημοσίων κτιρίων, κλπ), ακόμη και σε μέρη «βιτρίνα» όπως κάποιες πρεσβείες, υπουργεία, κλπ. Αυτό σε πλήρη αντίθεση, με τους αστυνομικούς που περιπολούσαν πεζή εντός των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων (και μάλιστα με κονκάρδες-σημαιάκια χωρών, τις γλώσσες των οποίων μιλούσαν), οι οποίοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ήταν ευγενέστατοι και εξυπηρετικότατοι.

Το φαινόμενο είναι διεθνές όπως αποδεικνύει και το μήδι #3.

Credit: Mour

  1. Σε απόλυτη αποτυχία εξελίσσεται η νεοσύστατη αστυνομική ομάδα ΔΕΛΤΑ, με τους αστυνομικούς να πίνουν φραπέ στο Κολωνάκι και λίγα μέτρα πιο πέρα η δημοτική αστυνομία να τους κόβει... κλήσεις, για παράνομο παρκάρισμα μοτοσικλέτας. (TVXS))

  2. Στην αντίπερα όχθη η αστυνομία, με την παντελή έλλειψη δομής, πειθαρχίας και αποτελεσματικότητας. Μόνο η στάση τους με ένα τσιγάρο στο χέρι, τον απαραίτητο φραπέ και το κινητό εν ώρα υπηρεσίας το βεβαιώνει αυτό. (Από το άρθρο «Καληνύχτα, Ελλάδα» του Χάρη Κοσμάτου στην Ελευθεροτυπία)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στρατιωτικός περιπαιχτικός όρος για την εμφάνιση κληρωτού στρατιώτη, του οποίου το σουσούμι τραβάει τα επανειλημμένα χωσίματα σαν μαγνήτης.

Σε ανάλογο στυλ έχουμε την σκατόφατσα, την βλαχόφατσα, την εξακριβωσόφατσα (μανιαουρίστικη φάτσα-σουλούπι, που βάζει σε πειρασμό τους μπάτσους να του ζητάνε κάθε τόσο στοιχεία) κλπ. Άλλωστε, οι χαφιέδες λένε χαρακτηριστικά «άμα δώ μια φάτσα, δεν την ξεχνάω»...

Όταν ένας κατάδικος στη φυλακή παραπονείται για τις επανειλημμένες βαριές κι άδικες ποινές που του επιβάλλονται κάθε τόσο από τα δικαστήρια, οι άλλοι λένε με σημασία «τραβάει η μάπα του».

Λέμε γνωρίζω κάποιον «φατσικώς». Σε γνωρίζω από τη φάτσα δηλαδή κι όχι από την κόψη. Εξ άλλου το πρόσωπο κι η προσωπικότητα είναι ομόρριζα, όπως το ό(γ)νομα και ο (ο)νοματέος με το ρήμα γιγνώσκω (λατιν. cognosco).

Δεν ξέρω. Ορισμένοι άνθρωποι διαθέτουν χαρακτηριστικά σουλούπια, που για κάποιο παράξενο λόγο (φερομόνες;) προδιαθέτουν είτε θετικά είτε αρνητικά τους γύρω τους.

Έτσι π.χ. αν στραβοπατήσει μια μοσκομούνα τα τακούνια της και τσακιστεί, μπορεί να προκαλέσει είτε τα χάχανα είτε τη συμπόνοια των παρισταμένων, μερικοί άνθρωποι έχουν τόσο κουτοπόνηρα μάτια που σου’ ρχεται αηδία, οι διάσημοι των τεχνών και των γραμμάτων αποπνέουν μιαν υποβλητική (πλην κάλπικη) εσάνς, οι μετρημένοι άνθρωποι είναι σεβαστοί, κάποιοι συμπολίτες μας έχουν μια μουτσούνα που αυθόρμητα προσκαλεί ένα δεύτερο βλέμμα, άλλου πάλι ο σβέρκος κλαίει για φάπα, ένα ντούρο ορθοβύζι φόρα-παρτίδα σε βαθύτατο ντεκολτέ κάνει τους άρρενες πιο διαχυτικούς, το καλουπαρισμένο βλέμμα των εκπαιδευμένων ζητιάνων προξενεί οίκτο κ.ο.κ.

Είπαμε. Στη φυλακή, ό,τι είσαι έξω είσαι και μέσα. Ο Ντενίρο το είπε καλά στο «Ξανα-ανάλυσέ το»: οι άνθρωποι οσμίζονται σαν κτήνη τυχόν αδυναμίες σου. Ο ντετερμινιστής Λομπρόζο έψαχνε αγνώστους ενδοκρινείς αδένες στ’ άχυρα, προκειμένου να θεμελιώσει μη εθελούσια ροπή των δραστών στο έγκλημα. Ορισμένοι άνθρωποι διαθέτουν έναν (ακούσιο;) τρελομαγνήτη. Είναι η ματιά τους, που δηλώνει προδιάθεση να σηκώνουν το βάρος κάθε ταλαιπωρημένου άλλου (που ψάχνει να το εναποθέσει κάπου). Βέβαια, τα μάτια μπορεί να αλλάζουν όψη και περιεχόμενο με την πάροδο των χρόνων (και των κατραπακιών), όπως λέει η Τανάγρη («τα μάτια σου τα μαύρα γίναν μπλε και είν’ αλλιώς») στον «Θανατηφόρο πυρετό», όπως λέει κι ο Βασίλης («ύστερα άρχισε η ματιά σου να ραγίζει») στη «Βικτώρια».

Λένε ότι ο χαρακτήρας σου αποτυπώνεται στο πρόσωπό σου μετά τα 40, με την συνήθη έκφραση που έχεις. Η Ίντιρα Γκάντι διετύπωσε την επαγωγή «πρόσεχε τις σκέψεις σου γιατί γίνονται λέξεις - πρόσεχε τις λέξεις σου γιατί γίνονται πράξεις - πρόσεχε τις πράξεις σου γιατί γίνονται συνήθειες - πρόσεξε τις συνήθειές σου γιατί διαμορφώνουν τον χαρακτήρα σου».

Υπάρχει η παραπονιάρα έκφραση αγανάκτησης για τα διαρκή κακοπαθήματα «Τί διάολο; Έχω καμιά ταμπέλα μαλάκας στο κούτελο;»

Είναι κατανοητό να συμπλέουν πολλοί εξωτερικοί παράγοντες στα κοινωνικά κριτήρια διαμόρφωσης άποψης για το ποιόν ενός ατόμου (π.χ. ντύσιμο, χτένισμα, περιποίηση, αξεσουάρ, ομιλία, συμπεριφορά κλπ).

Στο στράτευμα όμως, που (υποτίθεται ότι) εξαλείφεται η ατομικότητα (που συμπαρασέρνει και την προσωπικότητα), η αναγκαστική ανομοιογένεια ερείδεται prima faciae σε ατόφια ατομικά χαρακτηριστικά του προσώπου και του σώματος, μεγεθυμένα εις τη νιοστή, ελλείψει άλλων διαθεσίμων (αφού απαγορεύονται). Οι άνδρες στην Ελλάδα πάνε φαντάροι συνήθως πολύ πρίν τα σαράντα, οπότε αποκλείεται να έχει εντυπωθεί στη μάπα τους ο χαρακτήρας τους. Κάπως έτσι, όλοι θα πάνε αγγαρεία για μια τουλάχιστον φορά. Θα κληθεί όμως εκ νέου και επανειλημμένως, όποιος φέρει την ελάχιστα αποτελεσματική (ή και καθόλου) αντίσταση.

Όταν όμως ο φαντάρος είναι νέος και βρίσκεται άγνωστος μεταξύ αγνώστων και δεν του έχει δοθεί η ευκαιρία να προβάλει την προσωπικότητά του, το κριτήριο διανομής χοσέ κουέρβο αποκρυσταλλώνεται εκ των ενόντων, π.χ. από τη μάπα του, αν είναι πολύ κοντός ή ψηλός, αν είναι υπέρβαρος, αν είναι ατσούμπαλος, λέτσος, αλλοσούσουμος, πολύ πειθήνιος, ήσυχος, φοβισμένος κ.α. και εν τέλει αν δεν διαθέτει τον απαιτούμενο «αέρα» για να τη βγάλει καθαρή.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, το καλύτερο που έχει να κάνει ο στρατευμένος (και όχι μόνο), είναι ν’ ακολουθήσει τη συμβουλή των Χρήστου Καστανά («Απολύομαι και τρελαίνομαι») και Heinrich Theodor Böll («Το λυπημένο μου πρόσωπο»), δηλαδή να προσπαθήσει να μην έχει καθόλου πρόσωπο...

- Παπαδημητρίου!
- Μάλιστα κύριε Λοχαγέ!
- Μόλις τελειώσεις με τη σκουπιδιάρα, τράβα ν’ αλλάξεις τον Πετρόπουλο στο Φ-4!
- Μα δεν είμαι σήμερα ένδον κύριε Λοχαγέ...
- Άκουσες τί σου είπα; Ή μήπως θες να βγεις στη σέντρα;

(Μετά)

- Τί έγινε ρε μαλάκα, πάλι σ’ έχωσε ο καραβανάς;
- Όχι πάλι εγώ γερμανικό ρε πούστη κι είχα έξοδο σήμερα!
- Εμ, με τέτοια αγγαρειόφατσα που’ χεις, τί περίμενες; Μ’ αυτά τα μούτρα θα κάνεις Πάσχα μωρ’ αδερφάκι μου;

Δες και -φατσα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Σημαίνει τον πολύ γερό άνθρωπο, όχι τόσο τον μυώδη, όσο αυτόν που έχει πολύ μεγάλη αντοχή, υπερφυσικές δυνάμεις και φοβερή κράση.

Δεν γνωρίζουμε την ετυμολογία, αλλά εικάζω ότι είναι αρκτικόλεξο από το χώρο του αθλητισμού ή από το στρατό, π.χ. Π.ΣΩ.ΜΥ. ή κάτι τέτοιο.

  1. - Ρε συ, πήγαμε Λιτόχωρο και πέσαμε στον μαραθώνιο του Ολύμπου. Είχε κάτι ψωμιά... Ο ένας ανεβοκατέβηκε Μύτικα σε τέσσερις ώρες και δεν ίδρωσε η πούτσα του.

  2. - Πάμε να φύγουμε, όλοι ψωμιά είναι εδώ, θα μας τσακίσουν.

  3. - Στην παρέλαση οι Ρώσοι είχαν σημαιοφόρο τον Καρέλιν. Τι ψωμί είναι αυτός, ρε μαλάκα; Τη σημαία την κράταγε με το' να χέρι σαν σημαιάκι!

(από panos1962, 28/10/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified