Συγχαρητήρια, εις την ιντερνετικήν ελληνικήν.
Από το αγγλικούν congratulations.

  1. Κονγκρατς σε Minerva Superduty, Rita Mosss, One Leg Mary , Ruined Families και σε όποιον/α ασχολήθηκε με αυτό το λάιβ. diy γαμώ την τρέλα μου

  2. τι μουσικαρες παιζετε! κονγκρατς! Μου αρέσει!

  3. Κονγκρατς σε οσους δουλεψαμε γι αυτο, κονγκρατς και στον ρουκουνα τον σακαρακα που μας εκμεταλλευτηκε και εχει τωρα και καποια ποιοτικα

  4. Anonymous asked: Really like your blog and url!! Κονγκρατς μαι λάβ <3. ωωωω ευχαριστω πολυ

  5. κονγκρατς για την επιλογη σου να βαλεις ποιηση απο μορισον,παντα πιστευα οτι ειναι απο τους καλυτερους αμερικανους ποιητες,μαζι με τον σμοκεϊ

  6. Όπως και να έχει κονγκρατς στα παιδιά και απολαύστε… όλες τις πλευρές του μονόλεπτου πρόμο.

κι άλλα τόσα
κι άλλα τόσα
όλα διαδιχτυακά

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Πολύ μεγάλη ευκαιρία. Λαυράκι. Ευκαιρία ή προσφορά από αυτές που σπάνια συναντάς μπροστά σου και καλά θα κάνεις να την αρπάξεις από τα μαλλιά πριν τη χάσεις και δεν την ξαναδείς. Τake it or leave it.

- Kαι; Είναι καλό το γκομενάκι που θες να μου γνωρίσεις;
- One-off, σου λέω

Σχετικά: μπρισίμι, μπίνγκο!, κελεπούρι, φιλέτο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ένας διαφορετικός τρόπος να περιγράψεις πρόσωπα και καταστάσεις. Έχει 3 βαθμίδες:

1) Ανκούλ (uncool),
2) Σεμικούλ (semicool),
3) Κουλ.

Λόγω εξτρεμιστικών καταστάσεων που βιώνουμε η δεύτερη επιλογή δεν χρησιμοποιείται σχεδόν ποτέ. Οπότε κάποιος/κάτι είναι είτε κουλ, είτε ανκούλ.

- Πάμε για καφέ το απογευματάκι;
- Κουλ (αντί για ναι, θέλοντας να δείξεις το θαυμασμό σου ότι πας για καφέ).

- Παίχτηκε μαλακία χτες.
- Το θυμάμαι, ανκούλ.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κλασική αγγλιά. Από το αγγλικό in, σημαίνει κυρίως της μοδός. Χρησιμοποιείται σε και καλούα διαλέκτους, όπως η τρεντογλωσσούζ, αλλά είναι ελαφρώς παρωχημένο, υπερβολικά κλασικό. Να μην συγχέεται με το ελληνοπρεπές μέσα, που έχει ελαφρώς άλλη σημασία.

Πηγή: Βικάριος.

Είναι προχώ να λες «προχώ», αλλά πολύ φοβούμαι ότι δεν είναι πλέον ιν, να λες «ιν».

Σχετικό: engreek

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

ρισπέκ, ρισπέκτ, ρησπέκτ

Προκύπτει απ' το αγγλικό «respect», που σημαίνει σεβασμός, σέβας. Η ευρεία χρήση του έχει ξεκινήσει από τους ραπάδες, μαύρους και κυρίως wiggaz ("μαυροπρεπείς" λευκούς), που νομίζουν ότι κάθε τι που δεν «sucks», αξίζει το «respect» μας.

- ΟΚ, δε θα σου σπάσω το κεφάλι σήμερα.
- Ρισπέκ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified