Πιτσαδόρος, ντελιβεράς. Που φέρνει τις πίτσες.

Κουδούνι! Ο πιτσαφέρτας θα είναι επιτέλους...

Δες και πιτσαφέρνης και πιτσαράς.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο κομμάτιας, ο λιώμας από ναρκωτικά, αλκοόλ, αϋπνία κτλ.

- Πάμε που σου λέω ρε...
- Πού να τρέχω τώρα έτσι κομματιανός που είμαι... Άαααραξε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το σημάδι από κόπρανα στο σώβρακο, που μοιάζει με ροδιά στο δρόμο μετά από φρενάρισμα.

- Και πάω στην τουαλέτα του για κατούρημα και βλέπω πάνω-πάνω στο σωρό με τ' άπλυτα ένα άσπρο σώβρακο μ' ένα φρενάρισμα να!

(από jesus, 14/10/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο χάλιας, τόσο από εξωτερική εμφάνιση, όσο και ψυχολογικά.

- Έτσι θα πας στη συνέντευξη ρε; Χαλιαμπάλιας;

(από poniroskylo, 09/05/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άνευ ουσίας ή σημασίας. «Τρέχα γύρευε». «Καλά, χαιρετίσματα». Χρησιμοποιείται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα.

  1. - Γιατί δεν πάς στο άλλο βενζινάδικο που την έχει πιο φθηνή;
    - Ε τώρα για 5 φράγκα... κλάιν μάιν...

  2. - Πώς ήταν το πάρτυ;
    - Εμείς κι εμείς ήμασταν. Κλάιν μάιν...

βλ. και πουτς μάιν κλάιν

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αξίζω / ισχύω.

  1. - Το μέγεθος [του πούτσου] δεν μετράει.

  2. - Μπορώ να πω κάτι;
    - Όχι, η άποψη της γυναίκας δεν μετράει.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

John Doe στα Ελληνικά, ο τάδε. Ανάλογα με την πρόταση, το μικρό / επίθετο παραλείπεται.

α. (shmmy.ntua.gr) -Τά 'χω με τον Νίκο! -Ποιόν μωρή, τον Νίκο τον Ταδόπουλο;

β. (xpsilikatzoy.wordpress.com) -Δηλαδή να βγω εγώ, να πω δημοσίως ότι ο κύριος τάδε ταδόπουλος είναι κλέφτης και απατεώνας και μετά να κάνω τουμπεκί.

Δες και -όπουλος.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η άσχημη γυναίκα.

α. (www.petrakas.gr) -...Φωνάρα, αλλά η μούρη της έχει μία αρρενωπότητα, σαν τραβέλι ένα πράγμα...
β. (www.infobeto.com) -M'αυτήν είναι παντρεμένος ; Ρε εσύ, αυτή είναι σα τραβέλι...

%

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η τραβεστί. Ο άντρας που ενθουσιάζεται σεξουαλικά όταν ντύνεται γυναικεία.

α. (www.mpakouros.net) Ψιτ τραβέλι, θες καρβέλι;
β. (www.adslgr.com) Σαν αποτυχημένο τραβέλι είναι εδω που τα λέμε...
γ. (Των Βλάχων το Κοθώνι, ποίημα) Τραβέλι με φουστάνι΄ Που τα αγγούρια ίσιωνες σαν ήσουν στο μποστάνι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο ψεύτης. Αυτός που λέει μούσια.

α. (www.alfisti.gr) Μην αρχίσετε τώρα να με λέτε φιδέμπορα , αλήθεια λέω , πιστέψτε με!

β. (www.say.gr) Φοβάμαι ότι θα με παρεξηγήσει και θα με περάσει για κανένα φιδέμπορα

(από Hank, 28/06/09)

Βλ. και αρχιδέμπορας, ψωλέμπορας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified