Ο κάρφωμας, αυτός που φαίνεται τι κάνει αφού δεν έχει συγκαλυφθεί επαρκώς.

- Καλά ρε μαλάκα, στον Τάκη το χουίτη έδωσες τα λεφτά να μας φέρει το πράμα; Θα τον δέσουν!

Βλέπε και χου και τα σχόλια.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ακυρώνω, παρατάω, αφήνω στα κρύα του λουτρού.

  1. Τον περίμενα μέσα στο κρύο μέχρι τις 10 και δεν ήρθε. Με γείωσε ο μαλάκας.

  2. Ήταν να πάμε για ποτάκι, αλλά το γειώσαμε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το κάρφωμα, όταν γίνεσαι στόχος.

- Όχι εδώ το βέρι ρε, θα γίνουμε κόζι...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπανίζω, βλέπω, παίρνω μάτι.

Την είδα που με κόζαρε από το απέναντι τραπέζι και της έστειλα λελούδια.

(από Kilerakias, 12/01/15)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χοντρός, κοιλαράς, πλαδαρός, χοντρολίπαρος.

- Σταμάτα να τρως επιτέλους, έχεις γίνει μπουχέσας!

O μπουχέσας του Texas (από jesus, 11/07/08)

Βλ. και πεπόνιας

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από τον γνωστό ηθοποιό Alain Delon. Σημαίνει άλλ' αντ' άλλων.

- Μ' αυτό το παιδί δε μπορώ να συνεννοηθώ. Μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε.
- Ε, αφού του λες κάτι και σου απαντάει αλέν ντελόν.

Να μην ακούω τίποτα! (από MXΣ, 29/03/10)Ali - Dylan... (από MXΣ, 08/08/11)

Δες και αλλαντάλλα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το «τι» στα κρητικά.

- Ίντα κάνεις ορέ κοπέλι;
- Μια χαρά μπάρμπα, εσύ;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η Πάτρα. Η πόλη των μινάριδων.

- Έλα ρε, και εσυ στη μιναρούπολη σπούδαζες;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δροσίζομαι από ελαφρύ αεράκι.

Τι ωραία! Εδώ ξαερίζεις μια χαρά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μαλάκας, στα κρητικά. Χρησιμοποιείται με την αρνητική έννοια του μαλάκα.

- Κοίτα με έναν γρόθο που έχουμε μπλέξει επαέ πέρα. ©2006(Φυλάκιο Δ.Β. Αστυπάλαιας)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified