Με την έννοια του «καταφέρνω», χρησιμοποιείται υποτιμητικά προς παίκτες αθλημάτων στο γήπεδο, κυρίως σε αγώνες ποδοσφαίρου και μπάσκετ.

-Αφού δεν την μπαλεύεις ρε μαλάκα, πήγαινε σπιτάκι σου και άσε τη μπάλα γι αυτούς που ξέρουν!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που αυνανίζεται. Πλέον, στατιστικώς αποδεδειγμένα, η λέξη που χρησιμοποιείται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στο λεξιλόγιο κάθε Έλληνα που σέβεται τον εαυτό του. Ανάλογα με τα συμφραζόμενα έχει και αρνητική χροιά αλλά κυρίως χρησιμοποιείται ως φιλική προσφώνηση.

Πού είσαι ρε μαλάκα!! Τρεις μήνες έχω να σε δω... Μου έλειψες!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η φυλακή στα μόρτικα. Λεγόταν έτσι από τους ρεμπέτες ίσως και παλαιότερα.

-Ορμήσαν οι πολισμάνοι στον τεκέ, τους μπουζουριάσανε και τους χώσαν στην ψειρού...

βλ. και στενή, καγκελλαρία, κάγκελο, πλεχτό

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Καταφέρνω, τα φέρνω βόλτα, αντέχω. Προέρχεται από τον συνδυασμό μπάλας και παλεύω. Χρησιμοποιείται και σαν ειρωνικό σχόλιο προς του Θεσσαλονικείς που προφέρουν έντονα το «π» και ακούγεται σαν «μπ».

- Ρε φίλε σου λέω δεν τη μπαλεύω άλλο εδώ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μπαρ όπου βρίσκουν συντροφιά μοναχικοί τύποι... με το αζημίωτο πάντα!!!

- Ανησυχώ για τον Μπάμπη... αν δεν βρει σύντομα γκόμενα θα καταλήξει να συχνάζει σε κωλόμπαρα!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφέρεται σε γυναίκα με ιδιαίτερο γούστο στις ενδυματολογικές της επιλογές, οι οποίες οπωσδήποτε αναδεικνύουν τα φυσικά της χαρίσματα.

Πολύ ξέκωλο αυτή η Ντίνα... είδες το μίνι που φόραγε προχτές;

(από xalikoutis, 03/05/14)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μέγιστο παράδειγμα ηλίθιας έκφρασης που, μερικές φορές, σημαίνει «αποκλείεται» με έντονα ειρωνικό τόνο, αλλά συνήθως δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Το άτομο στο οποίο απευθύνεται η έκφραση οφείλει να συμπεράνει:

  • απολύτως τίποτα για τον εαυτό του και
  • πως ο συνομιλητής του είτε είναι ελληνάρας, είτε περνάει στιγμιαία κρίση ταυτότητας, είτε είναι αφηρημένος, είτε έχει βαρεθεί τη μίζερη / αδιέξοδη ζωή του και πρόκειται να αυτοκτονήσει σύντομα.

Τι θες, βόλτα;;; Τσίμπα ένα αρχίδι!

(από protnet, 29/09/10)(από Galadriel, 14/09/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εντελώς (παραλλαγή: ντιπ-για-ντιπ.)

Είσαι ντιπ-για-ντιπ μαλάκας;

Βλ. και μπίτι, μπήτι

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο εντελώς-παντελώς ηλίθιος! Ο απόλυτα εγκεφαλικά νεκρός.

- Την κάνουμε;
- Καλά, είσαι ντιπ στόκος μιλάμε! Τώρα που γεμίζει το μαγαζί ρε;

Βλ. και... παράγωγα: ελ στοκαδόρ, στοκαμπίλιτι, Στόκεμον, καθώς και μπετόβεργα, γκασμάς

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο σχεδόν-παντελώς ηλίθιος, αυτός που δεν παίρνει από λόγια.

- Καλά, είσαι εντελώς βλήμα ναουμ'...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified