Το «τι» στα κρητικά.

- Ίντα κάνεις ορέ κοπέλι;
- Μια χαρά μπάρμπα, εσύ;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η Πάτρα. Η πόλη των μινάριδων.

- Έλα ρε, και εσυ στη μιναρούπολη σπούδαζες;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Δροσίζομαι από ελαφρύ αεράκι.

Τι ωραία! Εδώ ξαερίζεις μια χαρά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μαλάκας, στα κρητικά. Χρησιμοποιείται με την αρνητική έννοια του μαλάκα.

- Κοίτα με έναν γρόθο που έχουμε μπλέξει επαέ πέρα. ©2006(Φυλάκιο Δ.Β. Αστυπάλαιας)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που ακούει hard rock δεκαετίας '80 ή αλλιώς poseur rock. Έχει πλούσια χαίτη, φοράει δερμάτινα και μπότες χειμώνα καλοκαίρι.

- Γίνεται κάτι και μαζεύτηκαν τόσοι πολλοί ποζεράδες;
- Έχουν συναυλία οι Whitesnake!

Βλέπε και ποζεριά.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Προφέρεται και γράφεται σα μία λέξη. Σημαίνει... το κέρατό μου, συντομία για γαμώ το κέρατό μου, έκφραση αγανάκτησης, τσαντίλας, θυμού.

- Κλείσε επιτέλους να πάρω ένα τηλέφωνο τοκερατόμου!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο έχων έναν τον όρχι.

- Κι εκεί που έπαιζε μπάσκετ, του στρίβει το ένα αρχίδι, και τελικά του το κόψανε με εγχείρηση...
- Τι λε ρε παιδί μου... μονάρχης δηλαδή ε...

Monarch (από Vrastaman, 30/07/08)Μονάρχης και ο Steve του Sex & the City. Μ\' ένα αρχίδι την γκάστρωσε τη Μιράντα ο πούστης! (από Hank, 05/02/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αναφέρεται ειρωνικά στα μεγάλα γυαλιά, με χοντρούς φακούς (πατομπούκαλα, γυαλαμπούκες κτλ).

- Δε βλέπω τι λέει...
- Ε βάλε τα κυάλια σου...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο πολύ μπάρμπας, παππούς. Άμα λάχει και ξεμωραμένος. Συνήθως με λίγα δόντια και πηγούνι που πλησιάζει τη μύτη. Θηλυκό: μουστόγρια.

- Μέχρι να περάσει τον δρόμο ο μουστόγερος, χάσαμε 10 φανάρια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από τοn γνωστό Κύκλωπα της μυθολογίας. Χαρακτηρισμός για στραβούς, τυφλούς, κυρίως οδηγούς.

- Πού πας ρε ηλίθιε; Δε βλέπεις το STOP; Πολύφημε!

να πα να βαλ\'ς γυαλιά ρεεεεε (από xalikoutis, 20/10/08)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified