Άσχημη γυναίκα, μπάζο.

-Μία που ανοίγουν τα φώτα, μία που βλέπω τι μπαζούκας ήταν, και μία που την κάνω με ελαφρά!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Οπωσδήποτε, αλλά πρέπει να είσαι τσαχπίνης για να το πεις. Γράφεται και «όπως + δήποτε».

- Λέγε, θα πάμε το βράδυ;
- Ναι ρε είπαμε. Όπως και δήποτε!

Δες και σωποδήποτε και διαχωριστικό και.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τάπα, ήττα, νίλα, πακέτο, παπάρα. Συνήθως την «τρώμε» ή την «παθαίνουμε».

- Άσε, έφαγα σώτα! Πήγα να γλιτώσω τη λακκούβα κι έπεσα στον τοίχο!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το λέμε για να δείξουμε μεγάλη τρομάρα. Χρησιμοποιείται και ως κλάνω πατάτες / φασκόμηλο / μαλλί / μπάμιες με την ίδια σημασία.

Με το που είδα τι γομάρι ήταν έκλασα μέντες και του ζήτησα συγνώμη.

Με το καινούργιο Τζέημς Μποντ έκλα-Sam Mendes! (από Khan, 19/11/12)

Βλ. και κλάνω πετούγιες

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο πιο χάλιας, αντίθετο του «καλύτερος».

- Τη βλέπεις αυτήν στη γωνία;
- Πού ρε;
- Να να, εκεί...
- Ναι, τι;
- Ε, δεν είναι χαλαρά η χαλύτερη γκόμενα εδώ μέσα;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κρύος, χτυπητός καφές, το εθνικό ρόφημα του Ελληναρά. Φράπα, φραπεδούμπα, φραπόγαλο, φραπές.

- Πήγαμε στην καφετέρια κι αράξαμε 6-7 ώρες...
- Καλά, και τι κάνατε τόσες ώρες σε μια καφετέρια;
- Ε, πίναμε φραπεδιόλες και λέγαμε μαλακίες...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Άσχημη γυναίκα, πατσαβούρα.

- Και τη βλέπω χωρίς μακιγιάζ και παθαίνω! Η Πάτσα και η Βούρα μαζί σου λέω!

Buddha Pesto (από Vrastaman, 02/04/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτός που κάνει μια μαλακία και μετά το παίζει Αλέκος.

-Ενώ είχαμε κανονίσει μαζί, δεν ήρθε, και μετά από μία ώρα τον είδα με τη Σούλα, κι έκανε ότι δεν με είδε. Κατάλαβες, ο μαλέκος;!

Κώστας Μαλέκος (από allivegp, 11/06/09)Κώστας Μαλέκος (από allivegp, 11/06/09)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Φάση, κατάσταση.

Ελάτε κι εσείς να γίνει ωραίο μουχαμπέτι!

Δες και μαμπέτι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Υπερβολικά κουραστική, ανιαρή, επαναλαμβανόμενη κατάσταση.

- Πού να αδειάζω τώρα το φορτηγό με τα καρπούζια. Σκέτο κουρασεμπόριο. Άλλη φορά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified