Φόρος τιμής στον πιο πλούσιο Έλληνα που γνώρισε ποτέ η χώρα, και είναι πια συνώνυμο του υπερβολικά μεγάλου πλούτου και της χλιδής.

Ποιος νομίζει ότι είναι; Κερδισε μερικά λεφτά στο καζίνο και το παίζει Ωνάσης! Αγόρασε ενα πανάκριβο αμάξι και καπνίζει πούρο, αλλα πάλι με ενοίκιο μένει...

(από GATZMAN, 08/03/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Η οδική μεταφορά με στρατιωτικό όχημα για τα εφόδια του λόχου (τρόφιμα, κονσέρβες, ψωμιά κ.λπ.).

— Σήμερα ποιός οδηγός είναι να πάει για ώνια;
— Ο Δημητρίου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χρησιμοποιείται ως απαντητικό-τελεσίδικο σε επαναλαμβανόμενες αγχωτικές ερωτήσεις τύπου «τι ώρα είναι» από ιδιαίτερα ψυχαναγκαστικούς τύπους, που δε βλέπουν την ώρα...

Χρησιμοποιείται δε και ως αποτροπιασμός προς τον ερωτώντα, εάν δεν είναι ευάρεστη (προς τον ερωτώμενο), η όψη του.

— Brain, τι ώρα είναι;
— Ώρα που γαμάν οι γύφτοι, Pinky...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

To facebook μας δίνει τη δυνατότητα να παρουσιάζουμε μια ωραιοποιημένη έκφραση του εαυτού μας που συχνά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Δημιουργούνται έτσι νέα εμπορευματοποιημένα πρότυπα ομορφιάς τα οποία υπάρχουν μόνο στον εικονικό κόσμο και όχι στη καθημερινή μας ζωή και επαφή. Για να ανταποκριθούμε σε αυτή την νέα διαμόρφωση των σχέσεών μας, χρειαζόμαστε και νέες εκφράσεις. Έτσι η έκφραση ωραία/ος γκόμενα/ος στο facebook απαντά στην αναντιστοιχία μεταξύ εικονικής και πραγματικής ομορφιάς.

Ψιλομέτρια η κοπέλα που τρώει το παγωτό της εκεί, αλλά πρέπει να 'ναι ωραία γκόμενα στο facebook.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Για καταστάσεις που διαπνέονται από ηρεμία, αδράνεια, κανονικότητα (συνήθως, λίγο πριν ανατραπούν).

- Καλά ρε, πλάκα κάνεις; Αν δεν σέβεσαι τη μάνα σου, ποιόν θα σεβαστείς;
- Τι λες τώρα ρε μαλάκα; Βαλτός είσαι; Μου 'χει πρήξει τ' αρχίδια λέμε.
- Δεν έχει σημασία. Η μάνα σου θέλει το καλό σου. Μπορεί να μην το καταλαβαίνεις στην αρχή, να σου φαίνεται εντελώς απαράδεκτη η συμπεριφορά της, αλλά πάντα έχει στο νου της το καλό σου.
- Α δεν πας καλά εσύ...
- Άκου ένα παράδειγμα ρε. Η μάνα μου μου ας πούμε. Θυμάσαι εκείνο το καβλάκι που έπαιζα τον περασμένο χειμώνα; Ε, η μάνα μου με είχε πρήξει. Και «τι τριγυρνάς με την πιτσιρίκα», κι «αυτή θα μπορούσε να 'ναι κόρη σου» και τέτοια, μιλάμε, κανονικά. Όποτε την έφερνα στο σπίτι, η μάνα μου μες στα πόδια μας. Φαντάσου, για να κάνουμε κατιτίς ξέρω 'γω, αναγκαζόμουν να κλειδώνω και την πόρτα...
- Σώπα...
- Χωρίς πλάκα. Άκου να δεις τώρα τι έκαν' η μάνα μου η ρουφιάνα: μια μέρα που έλειπα, πήγε κι έφτιαξε αντικλείδι για το δωμάτιο!...
- Τι μου λες!...
- Αμέ! Και εκεί που είμαι που λες με τη μικρή ωραία και καλά μια μέρα στο δωμάτιο, κι έχουμ' αρχίσει και τα σούξου μούξου, ξεκλειδώνει ξαφνικά η πόρτα και μπουκάρει η μάνα μου.
- Μάλιστα... Και τι ήθελε;
- Εδώ σε θέλω! Να μου θ υ μ ί σ ε ι ν α β ά λ ω κ α π ό τ α , μαλάκα.
- ... Ε τι να πω... Μάνα είναι μόνο μία...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Έκφραση δανεισμένη από διαφήμιση της τηλεόρασης για φέτα.

Χρησιμοποιείται ακόμα από ορισμένους αστειάτορες, αλλά λίγο διαφορετικά από το αρχικό νόημα της διαφήμισης. Ενώ στη διαφήμιση ο τύπος, αποστασιοποιημένος από την συζήτηση γύρω του, απολαμβάνει όντως μια λαχταριστή φέτα, στην πραγματικότητα λέγεται σήμερα για να τονίσει ότι αυτά που λέγονται στην συζήτηση είναι είτε μαλακίες, είτε τρία πουλάκια κάθονται.

  1. - Και που λες, έχω σύστημα, θα παίζω τα ίδια νούμερα στο Joker, μέχρι να κερδίσω το ποσό που μου λείπει για να ξεπληρώσω το δανειοδάνειο.
    - Καλά, ωραία φέτα και συ! Τα θέλει ο κώλος σου μάλλον, θα το κλαις το σπίτι σου με τα μυαλά που έχεις.

  2. Βίβιαν: - Και σεις τι θα πάρετε;
    Εσείς: - Ξέρετε, με πειράζει ο φραπές, μου φέρνει καούρες. Έχετε ελληνικό;
    O ψηλός: - Α, καλά, ωραία φέτα ρε μαλάκα. Σε ουκρανερί σ’ έφερα ρε παπάρα, δεν διαβάζεις slang.gr;

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο χρήστης της συγκεκριμένης φράσης αποσκοπεί να προσγειώσει στην πραγματικότητα τους συνομιλητές του, στους οποίους και απευθύνεται στο πλαίσιο συλλογικών εγχειρημάτων, τα οποία, ναι μεν εμπνέουν ενθουσιασμό λόγω των ατόμων που τα στελεχώνουν («ωραίοι»), αλλά δεν εμπνέουν σιγουριά λόγω του ολιγάριθμού τους («πόσοι;»).

Το γοητευτικό της φράσης έγκειται στο ότι, απαντά στο γενικό, αλλά ανομολόγητο συναίσθημα αυτοϊκανοποίησης του τύπου «για δες, για δες, ωραίοι είμαστε, ένας κι ένας» κλπ) και κολλάει πολύ σε μαξιμαλιστικά πολιτικά εγχειρήματα -ταρζανιές, αλλά και σε κάθε είδους militant φάση...

Τα 3 κωλαράκια μου λένε ότι αυτή η φράση έγινε γνωστή από διαφήμιση με το Σπύρο Παπαδόπουλο τις ημέρες πριν την απογραφή του πληθυσμού το 2001. Θα ήθελα να πιστεύω ότι είναι παλαιότερη, αλλά δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω.

- Ρε συ, συγκινούμαι όταν μας βλέπω, είμαστε αφάν γκατέ...
- μμμμ, ωραίοι είμαστε, αλλά πόσοι είμαστε...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο μελαγχολικός τύπος που κάθεται και σιγοπίνει το ποτό του σκεφτικός στην άκρη του μπαρ. Αποκλειστικά και μόνο άνδρας, σχετικά όμορφος ή γενικώς ενδιαφέρων τύπος, συνήθως σε ψαγμένα μπαρ με καλή μουσική (από indie μέχρι έντεχνο), σωστό κόσμο, κατάλληλο ντεκόρ και πολύ όμορφη (αντικειμενική η ομορφιά φυσικά) γκαρσόνα (συνήθως φοιτήτρια από επαρχία). Δεν είναι πλούσιος, ούτε «πληρώνει» τον έρωτα του αλλά έχει μηχανή ή αμάξι.

Τι πόνο κρύβει το παλικάρι όμως! Τόσο καιρό την έπεφτε άγρια στο γκομενάκι (την γκαρσόνα), της έλεγε ομορφιές, τον ήλιο και τ’ αστέρια και της Παναγιάς τα μάτια για να την ρίξει, μάλιστα η στρατηγική του ήταν πολύ καλή: φάνταζε ο καλύτερος γκόμενος που της είχε «συμβεί». Και μετά δώστου ΠΣΚ στις εξοχές και δώστου κλαμπάκια και συναυλίες και σχέδια για συμβίωση. Περίληψη: Τα κατάφερε! Την πήδηξε!

Και μετά τι; To μωρό (η γκαρσόνα) συνεχίζει να είναι γκαρσόνα (για τα φράγκα αλλά και για τα γούστα), αυτός πήδηξε και συνεχίζει να πηδάει και οι δυο το απολαμβάνουν αρκετά, αλλά βρε παιδί μου αμάν: κάτι λείπει, κάτι έχει αλλάξει τώρα.

Ας δούμε τι σκέφτεται: «ρε γαμώτο, πάλι εδώ θα την βγάλω, βαρέθηκα. Γαμώ την ζήλια μου, γαμώ την ζήλια της... Πού κατάντησα... Πάλι καλά που μου κερνάνε, ένα στα δύο ποτά και κάνα σφηνάκι στο πλάι... Και μετά όλο είναι κουρασμένη, και θέλει να κοιμηθεί, και σου-μου-του. Και, κοίτα πώς την κοιτάει αυτός ο πίθηκας... Και τι μουνάκι τρελό είναι η γκαρσόνα Β'! Ρε πούστη μου, ακόμα μια βδομάδα εδώ και θα γίνει ένα με τον εξοπλισμό... Λες να με λένε όλοι αυτοί οι μούργοι ο ωραίος του μαγαζιού;»

Ναι φίλε μου, αυτό σκεφτόμασταν όλοι, και ξέρουμε ότι σε λίγο, το γκομενάκι θα ’ναι λεύτερο για τα δόντια μας!

  1. — Χαχαχα! Δεν σου είπα! Πάλι ο ωραίος εδώ είναι! Καρφωμένος στο σκαμπώ!
    — Μην γελάς φίλε μου! Εκεί που είναι ήμουνα, εδώ που είμαι θάρθει.
    — Καλά πέσε ένα ποτό που κέρδισα το στοίχημα και πάνε όπου θες.

  2. — Μάτια μου, θέλεις να πάμε αύριο στο Gagarin, έρχονται οι Whatthefuck, ξέρω ότι σου αρέσουν.
    — Δεν μπορώ! Είμαι με κάποιον (δείχνοντας προς το μπαρ) και δουλεύω αύριο
    — Ωραίο παιδί ο φίλος σου (χαχαχαχα, γέλια, από μέσα του).

Δες ακόμη εντεχνindy, μελαγχολικό αγόρι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιφώνημα που εμμέσως πλην σαφώς παραπέμπει σε μαλάκα! / μαλάκω!

Το εκστομίζεις όποτε βρεθείς αντιμέτωπος με κάποιο γελοίο υποκείμενο που προβαίνει σε θρασύτατη μαλακία ή πουστιά, όπως π.χ. να σφηνωθεί πρώτος στην ουρά κάποιοας δημόσιας υπηρεσίας, να παρκάρει την Cayenne του μπροστά από ράμπα αναπήρων, κοκ. Ενός κραξίματος μύρια έπονται, αλλά το αυτί του ωραίου σπάνια ιδρώνει: άμα ο άλλος είναι μαλάκας, είναι μαλάκας...

- Λάουρα έμαθες τι έκανε ο Βαγγέλας; Πήγε και κάρφωσε το Pierre στην αστυνομία, και τον απελάσουν ήδη στην Cote d’Ivoire!
- Ωραίος ο παίκτης, Λίλιαν! Ήθελε τον Πέρι όλο για τον εαυτό του η παλιο-λινάτσα !

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν βιάζεσαι αλλά έχεις μπλέξει με κάποιον, ο οποίος σε έχει τρελάνει στην πάρλα και προσπαθείς να τον διακόψεις, ψάχνοντας μάταια να προλάβεις τα απειροελάχιστα κενά ανάμεσα στη λογοδιάρροιά του, ώστε να πεις: «Ώρα να φεύγω τώρα».

Μ'έχει πιάσει μια ωραναφευγία, κι αυτή εκεί! Να μη σταματάει και να μου λέει πώς την κεράτωσε ο Νίκος...

Πηγή: Πλαθολόγιο , εκδ. Intro 2007, του Λύο Καλοβυρνά

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified