Αυτός που είναι μεν καυλωμένος αλλά λόγω έλλειψης ερωτικής συντρόφου το ρίχνει στη μαλακία. Κατ' επέκταση δηλώνει τον άντρα που δεν έχει σχέση για μεγάλο διάστημα. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον μαλακοκαύλη (μαλακοκαύλης)

Ο Γιάννης έχει να βγει ραντεβού με γυναίκα πάνω από δυο χρόνια. Καυλομαλάκας κατάντησε.

Got a better definition? Add it!

Published

Ότι όλα πηγαίνουν ομαλά , ήρεμα και όπως πρέπει χωρίς κανένα ίχνος κινδύνου. Καθιερώθηκε την περίοδο της Επανάστασης των Συνταγματαρχών (σ.σ. Χούντα) καθώς εκείνη την περίοδο η Ελλάδα φημιζόταν για την ασφάλεια και την σιγουριά που ενέπνεε στους πολίτες ειδικότερα στο θέμα της εγκληματικότητας.

"Φίλε ώρες ώρες αναπολώ την περίοδο της Χούντας, κοιμόμασταν ξέγνοιαστοι,με τα παράθυρα ανοιχτά! Το λέει και το ρητό άλλωστε, ησυχία, τάξη (τάξις) , ασφάλεια!.

Got a better definition? Add it!

Published

Η λέξη σκούτσαρε χρησιμοποιείτε για να πεις σε κάποιον να κάνει χώρο για να κάτσεις κάπου ή να πάει λίγο πιο πέρα.

Βγαίνει από την αγγλική έκφραση scoot over με την ίδια σημασία.

Ρε σκούτσαρε λίγο να κάτσω

Got a better definition? Add it!

Published

Έκφραση που δηλώνει αποδοκιμασία . Στεναχώρια από μη αναμενόμενη επιθετική ή πεισματική αρνητική συμπεριφορά του άλλου. Μάλλον προέρχεται από μια αντιστροφή της ροής του υγρού όταν καταπίνουμε και μας βγαίνει από την μύτη. Κάτι όπως ο λόξυγγας όταν καταπίνουμε . Παρόμοια έκφραση "μου το έβγαλε ξινό" αλλά με μεγαλύτερη ένταση.

Παράδειγμα εδώ Πήγα τον μικρό στη παιδική χαρά και με τις σκανταλιές του μου το έβγαλε από τη μύτη. Βγήκαμε να διασκεδάσουμε και μου το έβγαλες από τη μύτη με τη γκρίνια σου

Got a better definition? Add it!

Published

Σημαίνει αρχίδια, ή μάλλον πιο συγκεκριμένα τον εκλεκτό μεζέ "αμελέτητα". Δόκιμη, πιστή μετάφραση του "mountain oysters" που χρησιμοποιείται σε βόρειες ΗΠΑ και Καναδά. Μια εξαιρετική περίπτωση αφού στα ελληνικά οι δύο λέξεις ριμάρουν δίνοντας έτσι δυνατότητα για πολλά παιχνιδίσματα.

Να σημειώσουμε εδώ παρεμπιπτόντως ότι η ριμαδόρικη σλανγκ, ακριβώς αντίστοιχη των παραπάνω, είναι μέρος της λονδρέζικης διαλέκτου. Μερικά παραδείγματα (συγχωρέστε το αγγλικό) , bees and honey for money, adam and eve for believe, ace of spades for AIDS κτλπ. Οπότε κανείς χρησιμοποιεί το πρώτο στιχάκι αντί της κυριολεξίας.

Εναλλακτικά, στρείδια του βουνού, αν προτιμάτε τον πεζό λόγο.

-Πού σαι κυρ Βαγγέλη! Φέρε και μια βουνίσια στρείδια.
-Δε μ' λες.. Αθηναίος είναι τ' αξιούραγο ζαγάρ;...
-Αρχίδια θα πάρ'ς αν δε βήξ'ς κρούνα!


βουνίσια στρείδια

Got a better definition? Add it!

Published

ο άντρας που φέρεται, ντύνεται, μιλάει και περπατάει σαν γυναίκα. όχι απαραίτητα ομοφυλοφιλος.λεζάντα video

Παράδειγμα εδώ

-κοίτα έναν μαλάκα που μας το παίζει και γόης -ρε αυτός ειναι πιπίτσα -κουνήσου πιπίτσα

Got a better definition? Add it!

Published

Το ρήμα του κάνω κάποιον μπαούλο , δηλαδή τον σπάω στο ξύλο αλλιώς και μπαουλιαζω , χρησιμοποιείται κυρίως από θεσσαλονικιους και αναφέρονται σε κάποιον που παίξανε ξύλο πρόσφατα.

Ήρθε της προάλλες ένας εδώ στο μαγαζί και μου πούλαγε τρέλα,και κάτι με είπε νευρίασα και τον μπαουλιασα

Τον έκανα μπαούλο

Got a better definition? Add it!

Published

Μεθυσμένος φίλος που είτε εχει λιποθυμίσει είτε ξερναεί σε κάποια γωνιά, γενικά δεν βρίσκεται σε θέση να επικοινωνήσει με τον κόσμο γύρω του.

-Γιωργος: Πού είναι ο άλλος Γιώργος ;

-Γιώργος 3: Είναι στο μπάνιο και ξερναει έχει φύγει γκολ.

Got a better definition? Add it!

Published

Συντομία για το " Λα τζούρα κλάμπ". Το μέρος στο προαύλιο ενός λυκείου στο οποίο μαζεύονται οι καπνιστές για να καπνίσουν στο διάλειμμα. Σε κάποιες περιπτώσεις όταν ο καθηγητής γνωρίζει το σημείο αυτό, έχουν δημιουργηθεί υποδιαιρέσεις σε διαφορετικά σημεία του σχολείου με ονόματα όπως 'λα καβάτζα'

- Μήτσο, πάμε λα τζούρα έχω χαρμανιασει

- Ξέχνα το, έχει εφημερία ο Παπαγεωργίου θα μας πάει γραφείο

- Άραξε πάμε λα καβάτζα τοτε

Got a better definition? Add it!

Published

Βγαίνει από το όνομα μεξικάνικης αλυσίδας φαστφουνταδικων που λέγεται Chipotle. Συνώνυμο του με πάει σερπαντίνα και και δηλώνει το πόσο απίστευτη ήταν η διάρροια.

- Φίλε μην πας στην τουαλέτα

- Γιατί;

- Τσιπότλε.

Got a better definition? Add it!

Published