Selected tags

Αυτός που δεν είναι πραγματικός φαν μιας μπάντας ή κάποιου μουσικού εν γένει, αλλά ακούει περιστασιακά την μουσική τους. Ως εκ τούτου, δεν γνωρίζει όλους τους στίχους των τραγουδιών τους, παρά μόνο τα ρεφρέν, τα οποία επαναλαμβάνει σε συναυλίες, πάρτι και λοιπές μουσικές συναθροίσεις, ώστε να ταυτιστεί με την ατμόσφαιρα της φάσης.

-Ρε, τσέκαρε 'κει! Ο Κώστας ρε, μ' ένα τσιτωμένο γκομενάκι με τα δερμάτινα.

-Χαχαα! Έλα ρε τον ρεφρενάκια τον Κώστα που μου 'ρθε και Maiden. Πάω στοίχημα τραγουδάει μόνο τα φωνήεντα.

Got a better definition? Add it!

Published

Να κάνεις ό,τι όλος ο κόσμος, να φοράς ό,τι και όλος ο κόσμος και γενικά να μην είσαι δυναμική γυναίκα αλλά μια «ταπεινή». Το αντίθετο της ντίβας. Από τη συνέντευξη της Σούλας

- Είδες την καινούργια γκόμενα του πρώην σου; -Άσε μας μωρέ με τη βασικιά

Got a better definition? Add it!

Published

Ένα κράμα δυσάρεστου, άσχημου, αμήχανου, ανεπιθύμητου και περίεργου συναισθήματος, προσώπου ή κατάστασης. Παρόμοιο με το κρίντζ.(cringe)

Εμπνευσμένο από τη κ. Κατέλη στο 0:25

Έφτιαξα ένα κέικ για πρώτη φορά. Βγήκε πολύ πνίκει.

Ήπιε πολύ χθές βράδυ και ηταν εντελώς πνίκει.

Got a better definition? Add it!

Published

Άλλη ονομασία για το κλύσμα. Βγαίνει από τον ήχο φις-φις του κλύσματος.

Ακύρωσε τη παραγγελία!! Μας έκανε γερό φισφιτάλι!

Got a better definition? Add it!

Published

Ο τύπος ανθρώπου που θεωρείτε περιθωριακός και με κακή συμπεριφορά, που παραπέμπει σε

χωριάτη, κοινώς άξεστος

Got a better definition? Add it!

Published

Η "Κυρά" εδώ είναι η ερωμένη, βλ. "στον Περαία έχω σπίτι (οικογένεια) και στο Πέραμα Κυρά (γκόμενα)". Σημαίνει ότι έχοντας την οικονομική δύναμη μπορείς να κάνεις ο,τι θέλεις ακόμα και αυτό αν είναι μεμπτό.

-Φτάνει πια με τα τσιγαρα/ποτα/γκομενες/ποκεμον, παιδί μου... -Συγγνώμη ρε πατέρα σου ζήτησα δανεικά; Δουλεύω, και με τα λεφτά μου γαμώ και την Κυρά μου

Got a better definition? Add it!

Published

Στη δουλειά

Στη δουλειά, σε οποιοδήποτε πόστο, οποιαδήποτε δουλειά. Παράδειγμα όταν είσαι dj το πρηξοπούτσι κάνει κάποιος πελάτης προκειμένου να αλλάξεις το ρεπερτόριο και να βάλεις ο,τι θέλει, πρήζοντας είτε εσένα, είτε τη σερβιτόρα, είτε ακόμα και το αφεντικό όπου εκεί δε μπορείς να το αποφύγεις!!!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτος που σερνει τα πόδια του όταν περπατάει

Αυτος ειναι τυφλα.Δεν περπαταει,κλαρωνίζει.

Ρήμμα-Κλαρωνίζω

Got a better definition? Add it!

Published

Όπως προκύπτει από το α' παράδειγμα, μάλλον χαρτοπαικτικής προέλευσης εξαφανισμένη, ρετρό έκφραση που (κατέληξε να) σημαίνει κάτι που έχουμε πρόχειρο, σε πρώτη ζήτηση, καταπώς μας τα λέει το β' τοιούτον. Ως άσχετος με τον τζόγο του 19ου αιώνα (και των επόμενων δηλαδή αλλά ας μην το κάνουμε θέμα), αγνοώ τι ακριβώς σήμαινε η φράση στα χαρτοπαικτικά συμφραζόμενα, και το β' παράδειγμα είναι από μνήμης, δηλαδή ο Πολυχρόνης, οι εύζωνοι και άλλα τέτοια ωραία. Άμα ξέρει κανείς, ας πει.

- Ποιός θα κόψη, ανεφώνησεν ο Θεμιστοκλής κρατών υπό την χείρα του την τράπουλα των παιγνιοχάρτων.
Ο κύριος με το στρατιωτικόν μούσι εκράτει ήδη το σπαθί και τα χαρτιά εκόπησαν.
- Έτοιμα!...Τα γυρίζω.
Ο άσος ευρέθη φάτσα και ο ρήγας εις τον πρώτον λύκον και οι δύο δυνατοί πονταδόροι έχασαν.

Ι. Κονδυλάκης Οι Άθλιοι των Αθηνών (1895), εκδ. Νεφέλη.

Σε κάποιο κείμενό του ο Τσιφόρος γράφει πως οι γυναίκες έχουνε το κλάμα στον πρώτο λύκο για να τουμπάρουν τους άντρες.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Μουτσέντζα ή αλλιώς μουτζέντζα (πληθ.: μουτσέντζες). Απότομη μετάπτωση της διάθεσης. Από το αγγλικό mood changes.

- Γιατί τόσο νταουνιασμένη η Σουλτάνα;
- Τίποτα μωρέ, της ήρθε περίοδος και την πιάσαν οι μουτσέντζες της.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified