Φεύγω βιαστικά, αναχωρώ.
Πω ρε μαλάκες μία πήγε, άντε σάντρα μπούλοκ.
Βλ. παίρνω τον πούλο, πούλοβιτς, τον πούλο τον τρεχάτο, τον πούλο αρμ.
Got a better definition? Add it!
Published 2014-08-19 18:18:25+00:00 Last modified 2015-04-15 20:06:17+00:00
I forgot my password!
Choosing "Register" below you agree to the Terms & Conditions and the Privacy Policy.
0 comments