#1
patsis

in πίσω γορίλα

Τελείως αναπάντεχα,στο 1:51.

#2
Vasse

in εικοσιπενταράς

Εκτιμώ ότι η λέξη σχετίζεται με τα όρια ηλικίας για την πρόσληψη χωροφυλάκων. Ως κατώτερο όριο είχε ορισθεί το 25ο έτος. Η πρόσληψη στη Χωροφυλακή άμεσα με τη συμπλήρωση του κατώτερου ορίου ηλικίας των 25 ετών, αποτελούσε μια κοινωνική διάκριση για έναν εικοσιπεντάχρονο εκείνης της περιόδου (νεοσύστατο ελληνικό κράτος γύρω στα 1830) λόγω των αυστηρών κριτηρίων επιλογής. Βασίλης από Θεσσαλονίκη.

#3
ΣτοΔγιαλοΧτηνος

in γκον

Γκον εδώ, μετά το 59:38

#4
dryhammer

in ΑΡΛΟΝΤΙΣΜΟΣ

Το Σβαγκενέγκερ μ' αρέσει πιό πολύ. Είναι υβρίδιο Σβαρτσενέγκερ και Σφακιανάκη.

#5
paparogiannos

in ΑΡΛΟΝΤΙΣΜΟΣ

Επίσης λέγεται Σβαρτσενέγκερ και όχι Σβαγκενέγκερ.

#6
john Doe

in ΑΡΛΟΝΤΙΣΜΟΣ

Ορθότατο

Αρνολδισμός θα ήτο το ορθόν. Αρνόλδος λέγεται ο γομάρης. Arnold, όχι Arlond.

#8
Khan

in μένω παγωτό

Έμειναν παγωτό

#9
Khan

in σετ α λα μαμά

Η σλανγκιά διαδίδεται χάρη στο άζμα αυτό

#10
Rodia

in τουρλουμπούκι

τουρλουμπούκι=ασυναρτησία/ες, π.χ, "όχι άλλο τουρλουμπούκι, γκώσαμε" (=χορτάσαμε ασυναρτησίες)

Έψαξα να το βρω στο αρχείο της ιστοσελίδας και δεν το βρήκα γι αυτό και το δημοσίευσα. Αν κάνω λάθος παρακαλώ τον Δχστή να με διορθώσει.

Οι πρώτες ανευρέσεις της λέξης είναι σε απομνημονεύματα και ιστορικά κείμενα σχετικά με την Επανάσταση του 1821 και τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους. Ο Νικόλαος Δραγούμης σε ιστορικές του αναμνήσεις (Πανδώρα, 1853) διηγείται ότι το 1833, όταν ήταν κυβερνητικός υπάλληλος στο Ναύπλιο, ζήτησε από έναν βαρκάρη να τον μεταφέρει στο πλοίο που βρισκόταν ο Όθωνας που μόλις είχε φτάσει στην Ελλάδα. Όταν είπε στον βαρκάρη ότι θα πληρωθεί από την κυβέρνηση μετά την επιστροφή τους, αυτός του γύρισε την πλάτη και του απάντησε απαξιωτικά «Η ψωροκώσταινα!». Την ίδια άρνηση αντιμετώπισε και απ’ τους υπόλοιπους βαρκάρηδες, και αναγκάστηκε να αναφέρει απογοητευμένος στον προϊστάμενό του ότι «την κυβέρνησιν ονομάζουσι όλοι ψωροκώσταινα και ουδέ λεπτόν εμπιστεύονται εις αυτήν».

Εδώ για την ψωροκώσταινα.

LOL (Laugh out loud) -> ΓΕΔ (Γελάω έξω δυνατά)

credits: Itta Pupu

#16
patsis

in το πήρε η νύχτα

Δέκα χρόνια μετά. Δεκαέξι χρόνια μετά. Ένα στιγμιαίο κλείσιμο των ματιών, ένα ελάχιστο τρεμόπαιγμα του ρεύματος σε κάποιον σέρβερ. Τομές από νύχτα, κάθετες στο ημερήσιο σώμα.

Εδώ, ξανά και ξανά. Τώρα.

#17
Khan

in λαρύγγω

Έξυπνος, σκληρός κι αποφασισμένος, είχε ανθρώπους παντού· στην κοριτσιέρα της περιβόητης Καρεκλούς που ήταν πέρασμα για τους μόρτες, στην άλλη της Αρχόντως, στου Βιτζιλαίου το μαγαζί που χόρευε η πανέμορφη Μαριγάμπα, στου Κρανιδιώτη που εμφανιζόταν η Αμέλια, στης Γιαννούς, στης Λαρύγγως, στου Μιχαλόπουλου με τον γίγαντα μπράβο, 2,15 μπόι, που ήταν δοτής του, στου Μπέη και σε κάθε δυσπρόσιτη κι επικίνδυνη τρύπα που ήταν σχεδόν αδύνατον να εισχωρήσει άλλος αστυνομικός.

Διονύσιος Χαριτόπουλος, Πειραιάς βαθύς, Τόπος, Αθήνα 2018

#18
ΣτοΔγιαλοΧτηνος

in μπατσία

Πού να τρέχεις ΝΥ τώρα, δεν πας καλύτερα στο σλανγκρ που είναι εδώ δίπλα? https://www.slang.gr/definition/24269-bentikouatromila-mpatsoi

#20
ΣτοΔγιαλοΧτηνος

in μπατσία

Όχι ρε, η Γαυρία έχει πρωτεύουσα το Μαρινάκι :-)

#21
donmhtsos

in μπατσία

Κι ἐγὼ ποὺ νόμιζα πὼς ἡ Μπατσία εἶναι περιοχὴ τῆς Νομανσλάνδης μὲ πρωτεύουσα τὸ Μπατσί, κοντὰ στὴ Γαυρία ποὺ ἔχει πρωτεύουσα τὸ Γαύριο. :)

#22
Khan

in με γαλλικά και πιάνο

λεζάντα εικόνας

#23
donmhtsos

in σε λέω, με λες

Ἐνῶ τὸ Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι ὅταν κλαῖς γίνεται:

Μοβόρο πάντοτε μοῦ λὲς

γιατὶ γελάω ὅταν κλαῖς

σέ λέω τί συμβαίνει

τὸ κλάμα σοῦ ὀμορφαίνει

.....

ἀκόμα λίγο κλάψε καὶ σὲ πάει

.....

Ξανὰ σοῦ πρόσεξα κι ἐχτὲς

....

Μοβόρο μὴ μοῦ ξαναπεῖς

καὶ τὴν ἀλήθεια ἂν θὲς νὰ δεῖς

κοιτάξου στὸν καθρέφτη

δὲν θὰ μοῦ βγάλεις ψεύτη.

#24
patsis

in γουδιστούπ

Μόλις το άκουσα απλώς ως "γουδί", σε εκπομπή θεσσαλονικιώτικου ραδιοφώνου, από σαλονικιό.

#25
patsis

in πονάω

Γεια χαρά σε όλους!

Είναι αυτός που μαζί με τον Πατ Εριμόν πλακώθηκε με τον πονηρό Αμίν.

Τελικά ακόμη δεν έχω καταλάβει ποιός είναι αυτός ο Έντι Σουρανής στο Πάτερ Ημών

#29
ThomasTheBarbarian

in πονάω

Δέον να σημειωθεί και η χρήση του στο β' πληθυντικό ως "πονάτε", συνήθως συνοδεία κάποιου υποτιμητικού χαρακτηρισμού τύπου "γαυράκια, βαζελάκια, παοκάκια" (για αθλητικά συμφραζόμενα) ή "αριστερούληδες, δεξιούληδες, φιλελέδες" (για πολιτικά συμφραζόμενα), που παίζει πολύ στα σόσιαλ μύδια εν είδει προσβλητικής γείωσης για τους εκάστοτε αντίπαλους, που λένε όσα λένε όχι γιατί έχουν δίκιο, αλλά επειδή τους τσούζει ο κώλος τους.

Παραδείγματα αφθονούν στο σχετικό hashtag.