Πρόκεται για τα παλιά όπλα τα οποία μετά βίας μπορούν να χρησειμοποιηθούν. Το πρώτο συνθετικό είναι το "παλιό" και το δεύτερο το "γκρα" που πρόκειται για γαλλικό τουφέκι το οποίο χρησειμοποιόνταν στον Ελληνικό στρατό απο το 1864 μέχρι το Β π.π.

-Καλά ρε μαλάκα με τους παλιογκράδες πήγες να σκοτώσεις αγριογούρουνα ?

Got a better definition? Add it!

Published

Σημαίνει: Ωμά στους σκύλους.

Και δεν είναι σλανγκ. Δεν υπάρχει καν. Δεν ξέρω καν γιατί το ανεβάζω εδώ. Μιά υπόθεση είναι. Μιά εικασία για το πώς θα ήταν μια ασήκωτη, θανάσιμη ομηρική βρισιά. Ένα φονικό μπουκέτο μίσους και άγριας καταφρόνιας. Κάτι που να κοντράρει στα ίσα τα πιό καυτερά καριολίκια μας.

Κάτι που να λέει: "Δεν αξίζεις να τα έχεις. Θα σου τα κόψω και θα τα ρίξω στα σκυλιά".

πέμψω σ᾽ ἤπειρόνδε, βαλὼν ἐν νηῒ μελαίνῃ,

εἰς Ἔχετον βασιλῆα, βροτῶν δηλήμονα πάντων,

ὅς κ᾽ ἀπὸ ῥῖνα τάμῃσι καὶ οὔατα νηλέϊ χαλκῷ,

μήδεά τ᾽ ἐξερύσας δώῃ κυσὶν ὠμὰ δάσασθαι.

Οδύσσεια σ 84-87

Got a better definition? Add it!

Published

Το τραμπουκολίδι (πληθ.: τραμπουκολίδια) είναι η επιθετική συμπεριφορά ενός τραμπούκου ως προς σωματικά ασθενέστερο άτομο, κατά προτίμηση σε δημόσιο χώρο. Συμβαίνει και μεταξύ ζώων, πχ. απο σκύλο σε γάτα σε πλατεία, με έναυσμα πεσμένο κομμάτι γύρο. Ορθώς προφέρεται ως τραμπουκολjίδια, κατά τη λαϊκή προέλευση της λέξης.

Πλέον, οι ΞΕΝΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ: αγγλικά έχουν κάνει τη λέξη 'μπούλινγκ' να επικρατήσει.

Βλέπε και μπουλίζω.

Ρε φίλε, στο γήπεδο είπαμε να πάμε, αλλά μέθυσε ο Ηρακλής και πλακώσαμε μια διπλανή παρέα στα τραμπουκολjίδια...

Got a better definition? Add it!

Published

Η εξαιρετικά ισχυρή συνουσία με απόρροια το σωματικό "σμπαράλιασμα" του θηλυκού.

Μαλάκα ηρθε εχθές η Αθηνά η ψωλαρπάχτρα σπίτι μου και όπως ξέρεις έχω να γαμήσω απο το καιρό του Νώε. Ενα θα σου πω: Της έσκισα τα βάρδουλα!! Τη ξεφλόκιασα όλο το βράδυ, μύρισε λάστιχο!!!

Got a better definition? Add it!

Published

Έρχεται μια στιγμή που η μοίρα εκδικείται, οι παραβάτες και οι αμελείς τιμωρούνται, τα λάθη τέλος πάντων πληρώνονται, ενίοτε ακριβά.

Ειδικά αυτά που κάναμε γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν έπρεπε. Μπορεί από τεμπελιά, μπορεί προς ικανοποίηση μιας στιγμιαίας παρόρμησης ή, απλώς, της παρτάρας μας, νομίζοντας ότι θα αποφύγουμε τις συνέπειές τους.

Ο χρόνος όμως περνάει κι επέρχεται δικαιοσύνη. Ή κάτι τέτοιο.

Οι "μαλακίες" συνήθως δεν αναφέρονται σε σοβαρά εγκλήματα ή τραγωδίες. Θα είναι παραπτώματα που ο ομιλών μπορεί να φανταστεί τον εαυτό του να δοκιμάζει, έστω και σε πολύ θεωρητικές καταστάσεις, χωρίς βέβαια αυτό να είναι απόλυτο.

Υπάρχει και η μορφή «οι μαλακίες πληρώνονται σ’ αυτήν την ζωή, οι αμαρτίες στην επόμενη». Αυτή η φράση νομίζω είναι λίγο διαφορετική, με αυτόν τον διαχωρισμό που κάνει: Από τη μια μεριά είναι τα λάθη που κάνουμε και μας κλέβουν κάτι από τη ζωή μας, π.χ. μια επένδυση στον εαυτό μας που δεν κάναμε ή μια κακή επένδυση σε άλλους, που πήγε στράφι, μια σχέση που χαλάσαμε, το πρόσωπό μας στην κοινωνία που δεν διαφυλάξαμε. Από την άλλη είναι οι ηθικές μας παραβάσεις, αυτές που θα κριθούν μετά από Τώρα, πέρα από Εδώ, όταν και αν.

  1. Από εδώ: Καλημέρα γμτμμ… Τι ήθελα να το μετακινήσω μόνος μου ολόκληρο ενυδρείο; Οι μαλακίες πληρώνονται.

  2. Από εδώ: Προχθές βράδυ, λοιπόν, το Mini σκάει με το πλευρό πάνω σε παρακείμενο δένδρο (ακριβώς στην κολόνα της πόρτας του οδηγού)... Αποτέλεσμα: α) Ο νεαρός (μπαγλαμάς) και η (κατά τα άλλα "περήφανη") γκόμενά του, τραυματίες, διακομίζονται άρον- άρον με νοσοκομειακό στο νοσοκομείο. β) Το (ολοκαίνουργιο και ακριβό) Mini: Πάμε γι' άλλα... Ηθικόν δίδαγμα: Οι μ.....ες πληρώνονται και δη ακριβά...

  3. Από εδώ: T paidi xa8hke adika k esu ka8ese k les pws oi malakies plhrwnontai? Gia se parakalw sevasou kapoia pragmata. Mporei na mn t hksera t paidi alla panw ap’ ola na eisai k ligo an8rwpos.. An sunevaine se enan diko s an8rwpo auto 8a eleges? Pws etrexe h otidhpote allo?

  4. Από εδώ: oi malakies plhrwnontai akriva. edw kostisan th zwh. opoios thn eixe dei h akousei na leei oti den yparxei ios hiv, 8a eixe vgei apo ta rouxa tou. elpizw na mhn kostisoun th zwh se kapoio allo vlaka pou ephreasthke apo tis malakies ths pou ths kostisan th zwh.

Got a better definition? Add it!

Published

Το μικρό, σε σχήμα γνωστού οσπρίου σκατουλάκι που εμφανίζεται στη βάλανο του ανδρός μετά από πρωκτική σεξουαλική συνεύρεση.

- Και για πες, σου έδωσε κουλούρι η δικιά σου;
- Κουλούρι έδωσε αλλά η φακή μας τα χάλασε όλα.

Got a better definition? Add it!

Published

Συντομογραφία του "Να πας στο γέρο-διάβολο". Συνήθως χρησιμοποιείται από άτομα μεγάλης ηλικίας της Ελληνικής επαρχίας.

- Κοίτα Γιαγιά, η εγγονή της θείας Ασπασίας στη δίπλα ξαπλώστρα!
- ΟΥΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑ η βρωμιάρα φοράει αυτά τα ξέκωλα μαγιό

Got a better definition? Add it!

Published

Ο ενήλικας άντρας που φέρεται ανώριμα και σαν μικρό παιδί. Χρησιμοποιείται κατ' εξοχήν ειρωνικά.

- Του είπα ότι είναι μαλάκας κατάμουτρα και στράβωσε τέρμα. Με έσβησε απ' το Facebook!
- Ρε μην ασχολείσαι, είναι πολύ παιδάκης ο τύπος

Got a better definition? Add it!

Published

Τα γυαλιά οράσεως με χαρακτηριστικούς, υπερβολικά χοντρούς και αντιαισθητικούς φακούς που συνήθως καλύπτουν περισσότερα προβλήματα όρασης από τη μυωπία (μυωπία, αστιγματισμό, στραβισμό) σε έναν ασθενή, ή υψηλή/κακοήθη μυωπία (που μπορεί να εξελιχθεί σε καταρράκτη).

Συνήθως επιβαρύνουν αυτόν που τα φοράει λόγω του βάρους του σκελετού και τον αδικούν εμφανισιακά, κάνοντάς του τα μάτια, λόγω της υπερβολικής διάθλασης της σύνθετης εσωτερικής επιφάνειας τους, να φαίνονται υπερβολικά μικρά (στους πολύ ενισχυμένους φακούς) ή γενικώς μικρότερα του πραγματικού τους μεγέθους. Τώρα πλέον με την εξέλιξη στην οπτομετρική και στην κατασκευή των γυαλιών οράσεως τίθενται υγρά φίλτρα ενισχυμένα με πολύ λεπτές στρώσεις υάλων ποικίλης προέλευσης για να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα με το ελάχιστο δυνατό πάχος φακού. Έτσι τα ματομπούκαλα είναι εν πολλοίς παρελθόν. ματομπούκαλα


Συνθ. λέξη εκ του μάτι (ματ-), δείκτη σύνθεσης -ο- και μπουκάλι (μπουκαλ- με κλητικό επίθημα α). Συνώνυμο τα πατομπούκαλα, όπου εδώ ειρωνικά αναφέρεται πως κάποιος έχει χρησιμοποιήσει για γυαλιά τους πάτους (α'συνθ.)γυάλινων μπουκαλιών (β'συνθ.) που είναι χοντροί σαν τα αντιαισθητικά αυτά γυαλιά (από το πάτος και μπουκάλι).

Δύο φίλοι σε ένα μπαρ συζητούν:
- Κοίτα εκεί πίσω, με τρόπο.
- Ναι, τί; Ωραίο γκομενάκι.
- Όχι, όχι αυτήν, τη διπλανή...
- Ποιαν; Αυτή με τα ματομπούκαλα;
- Σσσσσς! Μην καρφώνεσαι! Ναι, αυτή!. Μ' έχει σταμπάρει με τα πατομπούκαλά της... Απορώ τί να έχουν από πίσω άραγε;...
- Κουκουτσόσπορους, δε βλέπεις;

ματομπούκαλα... ...πατομπούκαλα

Got a better definition? Add it!

Published

Καθετί που μας κάνει να νιώθουμε άβολα ή αμήχανα και μας προκαλεί έντονη αποστροφή σε σημείο να αναφωνήσουμε "Κιμ, πάτα το κουμπί" ή "Θα ευχόμουν να μπορούσα να ξε-δω/ξε-ακούσω αυτή την αηδία". Στα αγγλικά: cringy

Παράδειγμα εδώ -Το είδες αυτό που η άλλη έχει παντρευτεί ένα πεύκο και λέει ότι έχει πολύ καλή σεξουαλική ζωή μαζί του επειδή της αρέσει να γλύφει το ρετσίνι του; - UrggghhhH! Σταμάτα με τις κριντζιές! Κιμ, πάτα το να ησυχάσουμε

Got a better definition? Add it!

Published