Το τζατζίκι στα Βυζαντινά Ελληνικά. *Η λέξη αυτή αποτελεί πνευματικό τέκνο του καθηγητή Βυζαντινολογίας Κωνσταντίνου Κατακουζηνού, ο οποίος τη χρησιμοποιεί επανειλημμένα στη σειρά Κωνσταντίνου και Ελένης, κάθε φορά που η Ελένη ή οποιοσδήποτε άλλος τρώει πιτόγυρο avec tzatziki.

Εδώ, στο αεροδρόμιο, η ατάκα γύρω στο 0:09*

Got a better definition? Add it!

Published

Λέξη που περιγράφει ένα άτομο χαμηλής ηθικής στάθμης, ο άθλιος, ο χαμερπής, ο σκατάνθρωπος, ο κωλάνθρωπος, ο γκάβαλος. Μεταφορική χρήση του λόγου, εκφράζει μέγιστη απαξίωση. Λόγω του ουδέτερου γένους της λέξης, ενδείκνυται για χαρακτηρισμό θηλυκών προσώπων, που ο χαρακτηρισμός τους μέσα από λέξεις αρσενικού γένους όπως μαλάκας, αποτελεί έναν κακόηχο νεολογισμό.

Αυτή η γυναίκα κατά το διαζύγιό της φέρθηκε σα σκουπίδι, προσπάθησε να βγάλει τρελό τον άντρα της, για να χάσει τα παιδιά του.

Ξύπνα ρε, αυτή είναι εντελώς σκουπίδι. Σε βρίζει, σου λέει ψέματα, σε εξαπατάει, ασκεί βία, ατιμάζει τα παιδιά σας.

Χρησιμοποιείται και ως επιρρηματικό κατηγορούμενο με το ρήμα "κάνω", όταν κάποιος αντιμετωπίζει μία τρισάθλια συμπεριφορά. Τότε, επειδή την αποδέχεται, μετατρέπεται ο ίδιος έμμεσα σε σκουπίδι, επειδή χάνει την αξιοπρέπειά του.

Όταν τσακώνονταν τον έκανε εντελώς σκουπίδι, τον χτυπούσε και τον έβριζε, προσβάλλοντάς την οικογένεια και τις αποφάσεις του. Δεχόταν όμως τον εξευτελισμό, για να μην εγκαταλείψει το παιδί του.

Η λέξη ετυμολογείται ως εξής

Σκουπίδι < σκούπα + επίθημα -ίδι.

και είναι τυπικό παράδειγμα εξέλιξης της γλώσσας. Η σκούπα προέρχεται από το μεσαιωνικό λατινικό scopa που σημαίνει σκουπίζω, ενώ το -ίδι, προέρχεται από το αρχαιοελληνικό μετουσιαστικό επίθημα -ίδιον

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

ρουφιάνος

Ο ένας μπογδάνος στην δουλεία προχθές είπε στο αφεντικό ότι του έφαγα κάτι φράγκα.

εμετός

Έφαγα από το καινούργιο γυράδικο χθες και όλο το βράδυ έκανα μπογδάνο γαμώ την παναγία μου!

Got a better definition? Add it!

Published

Τι σου κάνει μια απλή αλλαγή στον τονισμό!

Ξαφνικά η ακουστική της λέξης αποκτά μια νέα πιο κλασάτη και αρχοντική διάσταση.

Δοκιμάστε το και θα με θυμηθείτε...

Κοίτα πως οδηγάει ο μάλακας

Είσαι μεγάλος μάλακας τελικά!

Got a better definition? Add it!

Published

Αναφέρεται όταν κάποιο άτομο απειλεί, χωρίς όμως να έχει την απαιτούμενη ισχύ.

- Θα σας πάρει και θα σας σηκώσει όλους εδώ μέσα!

- Καλά Τάκη, σκεπάσου..

Got a better definition? Add it!

Published

Αναφέρεται σε άτομα που περιαυτολογούν, κομπάζουν.

- Τι ταινιάρα σας έφερα να δείτε ρε!

- Καλά ρε, ξεπάτα..

Got a better definition? Add it!

Published

Αναφέρεται για να καταδείξει πολύ ασχήμια.

- Είναι τελικά τόσο άσχημη ρε παιδί μου; - Έσχος σου λέω, έσχος με έψιλον...

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός ή αυτή που εξ αιτίας των πράξεων ή του χαρακτήρα τους, ή και των επαγγελματικών τους επιλογών, φλερτάρουν έντονα με το ενδεχόμενο να τους ξεφορτωθεί αυτός ή αυτή που τους έχει στη δούλευσή του (ή της!), ή ακόμα και σε μια φιλική ή ερωτική σχέση με μια ετερόρρυθμη δυναμική.

Η κατάληξη "άρι" συμβολίζει την ταχύτητα και την ευκολία και την ταχύτητα με την οποία ο εργοδότης, ο "υπεύθυνος", ο "φίλος" ή ο εραστής δυτικών προαστίων θα ήταν πρόθυμος να ξεφορτωθεί το άτομο στο οποίο απευθύνεται, ακόμα και αν αστειεύεται, ή ακόμα και αν η όποια σχέση τους έχει μια ομόρρυθμη δυναμική.

1ο: Προπονητής Γ εθνικής λέει στον 2ο επιθετικό του: "Καπετανίδη άμα δεν βάλεις γκολ και απόψε θα σε κάνω πουλητάρι". 2ο: Ο Μήτσος λέει στον κολλητό του που μόλις έχυσε τον καφέ του από απροσεξία στα βελούδινο μπεζ πίσω καθίσμα του Range Rover της μητέρας του: "και στη δουλειά έτσι προσέχεις; αν δεν το καθαρίσεις θα σε κάνω πουλητάρι"

Got a better definition? Add it!

Published

Αλευρι με νερο οπως καταλαβες. Η αισχατη επιλογη φαγητου. Συνηθιζουν να το καταναλωνουν φοιτητες που εχουν καψει ολο το budget σε αλκοολια και εξοδους και αναγκαζονται να βγαλουν μια βδομαδα με φραγκοδιφραγκα. Τρωγεται ζεστο, σε μπολ, με κουταλι.. Αν παιζει και ζαχαρη στην πιατσα η φαση ειναι ελαφρως λιγοτερο μαρτυρικη.

-Ε τον πουστη τον Σαραντη, ξοδεψε το μηνιατικο σε μια βδομαδα και τωρα δεν εχει ουτε για τα βασικα.

-Ας την βγαλει με αλευρονερο να στρωσει χαρακτηρα!

-Θα του τσονταρω κανενα πακετο μακαρονια, δεν γαμιεται...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο αργυρώνητος δημοσιοκάφρος-φερέφωνο του εργοδότη του, εφόσον λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο με το εν λόγω μηχάνημα. Του ρίχνεις κέρμα και τραγουδάει τον χαβά που του παραγγέλνεις. Βεβαίως το τζουκ μποξ αδικείται από την παρομοίωση γιατί εκτός που προσφέρει πραγματική μουσική (σε πολλές περιπτώσεις άξια λόγου), τρέφεται με ταπεινά κέρματα, σε αντίθεση με τον περί ου βάτραχα που προσφέρει κακόηχα και ψυχοφθόρα κοάσματα παντελονιάζοντας πολυάριθμα κοπάδια χηνόπουλων. Θα μπορούσανε να τον λένε και χηνοβοσκό ξερωγώ. Άτιμη κοινωνία, άλλους τους αναβιβάζεις κι άλλους τους καταβιβάζεις...

Και εδώ ολοκληρώνεται άλλος ένας εξαιρετικός ορισμός, προσφορά του αδέκαστου, αμερόληπτου και αντικειμενικού λημματογράφου.

Με την απλότητα στον σχεδιασμό και στην κατασκευή έκανε καριέρα ο καρχαρίας. Πεινάει; Τρώει. Δεν πεινάει; Πάλι τρώει επειδή θα πεινάσει. Και ο «δημοσιογράφος τζουκ-μποξ» είναι εξίσου απλός. Του δίνουν χρήματα; Παίρνει και ύστερα «ενημερώνει». Δεν του δίνουν; Ζητάει, δεν παίρνει και «ενημερώνει» κόντρα στα συμφέροντα εκείνου που ΔΕΝ δίνει. Μόλις του δώσουν, θα «ενημερώσει» σύμφωνα με τα συμφέροντα εκείνου που ενέδωσε και έδωσε. Ρίχνεις κέρμα και ακούς είδηση, φίλε καταναλωτή απόψεων που δεν είναι δικές σου. Οπως παλιά στα κλαμπ έριχνες δεκάρικο κι άκουγες Ελβις. Μετά έριχνες ακόμη ένα και το κουτί σού έπαιζε Τομ Τζόουνς και ύστερα Λεντ Ζέπελιν. Και Μενιδιάτη άμα λάχει, το «Τάμπα τούμπα» ή το «Τεφαρίκι». Και «Παπαλάμπραινα» και χριστουγεννιάτικα τραγούδια.

εδώ

Ο αείμνηστος Καψής, έλεγε χαρακτηριστικά γι αυτούς τους συναδέλφους του «αυτοί παιδί μου είναι σαν τα τζουκ μποξ, ρίχνεις δεκάρικο και παίζουν ό,τι θες»

εκεί

Πάντως, πέρα από τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα, υπάρχουν και τα άλλα, που δεν είναι του “κατοστάρικου” αλλά περισσοτέρων μηδενικών από αμφιλεγόμενους γραφιάδες ή σχολιαστές, που έχουν κάνει τον “κατά παραγγελία” σχολιασμό επάγγελμα, αλλάζοντας “στρατόπεδα” κι απόψεις με το αζημίωτο κι αυτό είναι το κατακριτέο και το ανήθικο της υπόθεσης. Εξάλλου, ο «δημοσιογράφος τζουκ μποξ» είναι μια διαχρονική «αξία»… Βέβαια τα γραφόμενά τους ή τα λεχθέντα τους, πάντα θα τους ακολουθούν, νυν και αεί…

παραπέρα

Got a better definition? Add it!

Published