Έτσι ονομάζεται συνήθως ένα παχύφυλλο ποώδες φυτό που φυτρώνει κοντά στην θάλασσα. Μυρίζει λίγο ιώδιο και θάλασσα. Τρώγεται ώμο, τουρσί, με σκέτο λάδι ή με λεμόνι. Εξαιρετικό συμπλήρωμα σε σαλάτες αλλά σε μικρή ποσότητα. Συνηθισμένο στις Ελληνικές παραλίες.

βάλε λίγα κρίταμα, πάνω στο αυγό, με μια στάλα μαγιονέζα και αλατοπίπερο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

σχετικά Βαθύ μαγειρικό σκεύος, κατσαρόλα. Κυρίως στα Επτάνησα

κατέβασε την παδέλα από την φωτιά

μην τρως μέσα από την παδέλα.

Got a better definition? Add it!

Published

Στο παρελθόν η λέξη στα Επτάνησα αναφερόταν και στην ανάπαυλα για ξεκούραση.

Κάτσε εδώ στην σκιά να πάρουμε τον μπουχό μας.

Got a better definition? Add it!

Published

Το αυτοκίνητο smart

κοίτα το, πως είναι έτσι; Μοιάζει με κατσιμπούχερα

Got a better definition? Add it!

Published

Άνθρωπος που δίνει την αίσθηση της απλυσιάς, ακατάστατος, απρόσεκτος, αγενής και κάπως μειωμένης ευφυίας.

Θες σοβαρά να καλέσουμε και τον μουντρούχαλο στο σπίτι μας;

Αφού πήγε ο μουντρούχαλος στην τουαλέτα τώρα πρέπει να την απολυμάνω...

Got a better definition? Add it!

Published

Στην αργό των οικοδόμων είναι το ειδικού τύπου φορτηγό, όπου είναι κατάλληλα κατασκευασμένο για τη μεταφορά μπετό από το εργοστάσιο παρασκευής έτοιμου μπετό μέχρι και την οικοδομή ή το εργοτάξιο. Ετυμολογείτε από το ιταλικό: barella.

- Μαστρό-Τρύφωνα τι ώρα θα 'ρθει η βαρέλα; Έχουμε και σπίτια!

βαρέλες

Got a better definition? Add it!

Published

Το βατράχι στην πατρινή διάλεκτο.

- Τι καλό έχει το τσουκάλι; - Σφορδάκλια!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το σημείο όπου το δέρμα που εστιάζει και προφυλάσσει τους γενετήσιους αδένες ενώνεται.

- Τί τουρκόφατσα είναι αυτή ρε; Αν δε τρώει η κόρη σου το φαΐ δείξε της τον Μήτρογλου.

- θα δείξουμε τη δική σου, μιγάς δεν είσαι;

- Φίλα μου την αρχιδοραφή ρε πισωκώλη που θα με πεις μιγά!

λεζάντα εικόνας

Got a better definition? Add it!

Published

Το ελάχιστο, στα όρια του εξευτελιστικού, φιλοδόρημα.

(Συζήτηση μεταξύ υπαλλήλων σε ταβέρνα) - Άσφησε τίποτα η παρέα στη γωνία; - Μπα. Χαμερτίπς

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Όταν κάποιος παθαίνει κάτι κακό.

Οταν κάτι σπαταλιέται γρήγορα ή/και σε μεγαλή ποσότητα.

-Είδες τον Νίκο που τις έριξε στον Τάκη;
-Πω μαλάκα, ψωμί έφυγε ο Τάκης.

Νίκος: Πήγα εχθές με το Τάκη στο στριπτιτζάδικο. Ένα 200αρι χαλάσαμε!
Τάκης: Άσε, ψωμί έφευγαν τα φράγκα...
Γιώργος: Τι λέτε τώρα...

Got a better definition? Add it!

Published