Πώς είσαι έτσι σα τον λιμούτση;

Ο γλοιώδης,ο σιχαμερός κοινώς,εκείνος που που προκαλεί αηδία, κυρίως λόγω χυδαίας συμπεριφοράς.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που με λιγα λόγια έχει ξεμείνει στη ζωή, ο ανίκανος στην ζωή. Δεν ελπίζει πλέον για κάτι, απλά άσκοπα περιμένει κάποια αλλαγή στην μονότονη ζωή του. Είναι γνωστό ότι η μοίρα τον έχει πετάξει και περισσεύει σαν άτομο.

-Φίλε τα έμαθες για τον Στέργιο; Έχασε την δουλειά του, τον παράτησε η γυναίκα του και πέθανε ο σκύλος του.

-Άσε μάγκα, ξέμεινε ο τυπάς. Είναι εντελώς υπολειπόμενος πλέον.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο επαγγελματίας που ασχολείται με το αμπαλάζ (συσκευασία) προϊόντων, εμπορευμάτων ή αντικειμένων. Εργάζεται σε μεταφορικές εταιρίες, στην παρασκευή τροφίμων κ.α.

Παράδειγμα εδώ Πριν φέρουμε το φορτηγό για τη μετακόμιση, θα περάσουν οι αμπαλαδώροι να συσκευάσουν τα έπιπλα και την οικοσκευή

Got a better definition? Add it!

Published

Υποκοριστικό του πέος, δηλώνει την πλήρη αδιαφορία

Παράδειγμα εδώ

Εγώ είπα αυτά που είχα να πω και πεάκι μου αν κράξετε

Got a better definition? Add it!

Published

Ο πονηρός, ο κρυψίνους, ο ύπουλος. Λέγεται και μουσκφόπιασμα. Ουσιαστικό: μουσκφαμάρα.

Αρραβωνιάστηκε και δεν μας είπε τίποτα. Ξέρεις τι μουσκφός είναι αυτός;

Got a better definition? Add it!

Published

Σταματάω να ανταποκρίνομαι και να δίνω σημάδια επικοινωνίας / ζωής.

Α)
- Που είναι ο Νικολάκης;
- Είναι στο άλλο δωμάτιο, έχει σβήσει.

Β)
- Δεν αντέχω άλλο, πρέπει να κοιμηθώ.
- Γιατί σβήνεις ρε μαλάκα;

Γ)
- Ρε αυτό το παιδί γιατί δεν μιλάει;
- Πραγματικά δεν ξέρω, σβήνει...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Επιφώνημα γενικής χρήσης που δείχνει ένταση

(1) Αδερφέ εχθές γίναμε ένα μαύρο από τον Μιχάλη πολύ Ούς

(2) Τον σακάτεψε τον Νίκο, του μπήκε πολύ Ούς οταν της παίξαν

(3) Πήρα καινούργια μηχανή ρε πάει τάπα σε λέω πολύ Ούς

(4) Ε Ούς ρε φίλε δεν έχω άλλα λεφτά, τα έχασα στα φρουτάκια

Got a better definition? Add it!

Published

Ο κανίβαλος μάγκας. Ο υπεράνω αλήτης της περιοχής ή της παρέας. Αυτός που δεν τον σταματάει τίποτα για να κάνει την οποιαδήποτε "βλαχομαγκιά". Κανίβαλοι λέγονται όλοι όσοι είναι μαύρα σκυλιά στην ψυχή.

''Τα κατάφερες ρε τσέχτη;'' Είσαι μεγάλος τσέχτης

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν είσαι τύφλα μετά από κατανάλωση αλκοόλ και χρειάζεσαι σκύλο - οδηγό (ενδεικτικά λαμπραντόρ) για να γυρίσεις σπίτι.

- Φίλε πως περάσατε χθες; έφυγα σχετικά νωρίς.

- Άστα. Τι τις ήθελα τις τεκίλες; Έφυγα με λαμπραντόρ.

Got a better definition? Add it!

Published

Εκ του αγγλικού «flex» που σημαίνει «επιδεικνύω» και την ελληνική κατάληξη ρήματος -αρω. Επομένως, σημαίνει καυχιέμαι/υπερηφανεύομαι για κάτι δικό μου και το δείχνω επιδεικτικά σε άλλους.

- Ο Μάνος έκανε τατουάζ και το φλεξάρει συνεχώς μπροστά μας.

Got a better definition? Add it!

Published