Από το τούρκικο haberim yok = δεν έχω νέα / ειδήσεις. Στα καθ' ημάς πα να πει δεν καταλαβαίνω Χριστό, δε νιώθω, δε χαμπαριάζω, πέθανε ο γείτονας.

Και τώρα (ταρατατζούμ) η πληροφορία που θα σας αλλάξει τη ζωή, τη ματιά στον κόσμο, τον αδόξαστο: Η κουνιάδα μου χρησιμοποιεί την έκφραση ως χαμπαρούμ γιόκ.

μακάρι να κινηθεί η Κομισιόν για να συλλάβει τα λαμόγια γιατί εμείς εδώ …χαμπαριμ γιοκ!

και τι καταλαβες πατερ μου;νιχτς,νιετ,ναδα,ναθινγκ,σιατσου,χαμπαριμ γιοκ και κοινως τιπουτις.

Οπως θα ελεγε και η μανα μου [...] 'Χαμπαριμ γιοκ'.Αφου λοιπον ειδε οτι δεν μπορουσε να με ξυπνησει με τιποτα [...]

Όλα από το νέτι.

Got a better definition? Add it!

Published

Παράδειγμα

Got a better definition? Add it!

Published

Εναλλακτικά, μια αθλητική ομάδα(συνήθως ποδοσφαιρική) μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοιο όταν συμβαίνει ένα ή και περισσότερα απο τα παρακάτω.

  • Δεν υπάρχει πειθαρχία στην ομάδα.

  • Όταν νικάνε χαίρονται και αγκαλιές φιλιά και όταν στραβώνει το ματς, στραβώνει και το κλίμα.

  • Οι παίκτες τσακώνονται αναμεταξύ τους αψηφώντας τις οδηγίες του Προέδρου ή/και του τσάτσου αντικαταστάτη του.

  • Αποχωρούν από τον αγωνιστικό χώρο κατα την διάρκεια του αγώνα, επειδή μπορεί να διαπληκτίζονται με τον προαναφερθεντα βρώμικο αθλητικό παράγοντα

  • Κυνηγάνε με το τουφέκι για να μην εγκαταλείψει και άλλος από την ομάδα τους το ματς και μείνουν 3 και ο κουκος και μηδενιστούν.

  • Ο αρχιερέας της διαπλοκης προπονητής τους δηλώνει στα τοπικά μέσα ότι συγκεκριμένοι πάιχτες δεν θα αγωνιστούν για λόγους ξεκούρασης και γελάνε μέχρι και τα καουτσουκ του γηπεδου, καθώς όλοι ξέρουν ότι δεν κατεβαίνουν επειδή τρώνε παντόφλα.

Ομάδα μοντέλο την έκανες μπουρδέλο

Έλα μωρε με τα μπουρδέλα κάθε εβδομαδα τα ίδια κάνουνε

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Στα Χιώτικα η (συνήθως χειροποίητη) σβούρα.

Απο πού και πώς δεν ξέρω... και δεν το έχω ακούσει κι αλλού (πάσα βοήθεια δεκτή)

Πλανόδιος πωλητής, με το γά(ι)δαρο γύριζε τα χωριά, back in the days, διαλαλώντας: - Ζβίνν... ζβίνν... Αζγαβααάδες και γαιτάνια... (=Σβούρες και κορδέλες)

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν ένας άντρας βγαίνει για ποτό με μηδέν ευρώ στην τσέπη και πάραυτα, καταφέρνει να γαμήσει. Δηλαδή χωρίς να κεράσει, χωρίς να το παίξει κουβαρντάς, χωρίς καμία επίδειξη πλούτου.. μόνο και μόνο με το σεξ απίλ του!

Παράδειγμα: -Τι έγινε ρε; Τελικά βγήκες χθες το βράδυ; - Ναι, ρε.. -Πώς και; Εσύ μου 'λεγες ότι δεν έχεις σάλιο! -Είπα να το επιχειρήσω.. κι όχι μόνο αυτό.. τελικά έριξα και πουτσάμπα!

Got a better definition? Add it!

Published

Η καυτή, σέξι γυναίκα που είναι όμως κοντή.

-Μουνάρα η Βάσω φίλε. Σεξοβόμβα! -Ε, όχι ακριβώς σεξοβόμβα, είναι κοντούλα. Σεξονάρκη είναι...

Got a better definition? Add it!

Published

-Άσε ρε Κωνσταντίνε με τις φαντασιώσεις σου, όταν βγεις από τον κόσμο του Μarlboro θα δεις πόσο καριολάκι ήταν η Εύη και σε έπαιζε, το έτρωγε και από αλλού το παλούκι λουκ.

-Άσε με ρε μαλάκα και εσύ, πιάσε ένα τσιγάρο..

Στον κόσμο του Marlboro (ή ο κόσμος του Marlboro). Μια ουτοπία born in usa όπως μας την παρουσίασαν οι παλιές διαφημίσεις του Marlboro, γκαομπόυδες με θεληματικά πιγούνια, άλογα και γενικά ένας αέρας γουέστερν land of the free φάση. Η προσγείωση στην πραγματικότητα μπορεί να είναι σκληρή, το τσιγάρο σκοτώνει, τα άλογα όταν γεράσουν επίσης και οι γκαμπόυδες δεν είναι και τόσο άνδρες (πουστοαστείο)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Το παλάγκο είναι ένας μηχανισμός με τροχαλίες που χρησιμοποιείται στα πλοία για φορτοεκφορτώσεις σύμφωνα με τη βικιπαίδεια. Η λέξη αναφέρεται στο μηχανισμό που μπαίνει η αλυσίδα, αλλά και γενικότερα στο όλο σύστημα που βρίσκεται στα περισσότερα πλοία του Π.Ν. για την εύκολη τοποθέτηση της βοηθητικής βάρκας στο νερό.

παλάγκοπαλάγκο παλάγκο σε πλοίο

Πιθανώς λόγω του τρόπου που περνά η αλυσίδα μέσα από την τροχαλία ούτως ώστε να μπορεί να μπορεί εύκολα να σηκωθεί πολύ βάρος, προκύπτει το ρήμα παλαγκώνω το οποίο είναι το ακριβές αντίστοιχο του χώνω του Ε.Σ., όπου κάποιος ανώτερος ρίχνει κάποιο μπαλάκι σε κάποιον κατώτερο.

- Πού πας ρε στραβόγιαννο φορτωμένος με όλα αυτά;

- Άσε, με παλάγκωσε ο σημαιοφόρος πάλι με κάτι μπαλάκια του Γ.Κ.

Got a better definition? Add it!

Published

Αργκό του Π.Ν. για το ναρκαλιευτικό. Κάθε ΕΠ.ΟΠ. που σέβεται τον εαυτό του έχει και μια οριακά πιστευτή ιστορία να αραδιάσει από τις σκληρές πλην αθώες εποχές στα ναρκάλια.

- Εμ βέβαια, εσύ ήσουν στο Ν.Ν.Π. μια ζωή, δεν έχεις φάει το ναρκάλι με το κουτάλι, μη μιλάς, άντε μπράβο.

- Ό,τι γουστάρω θα κάνω!

Got a better definition? Add it!

Published

Στο ΠΝ (που θέλει υπομονή) υπόλογος σε κάποιον για κάτι (υπόλογος ασυρμάτου, υπόλογος μηχανής, υπόλογος ΗΝ/ΣΝ και άλλα πολλά) λίγο πολύ είναι οποιοσδήποτε υπαξιωματικός από κελευστή και πάνω, καθώς και οι ανθύπες. Έτσι, η λέξη χάνει λίγο πολύ το νόημά της, αφού οι μεν ναυτοδίοποι καλούν τους κελευστές υπολόγους, οι τελευταίοι τους επικελευστές και πάει λέγοντας. Τυπικά, οι ανώτεροι ανθυπασπιστές και αρχικελευστές συνήθως είναι υπόλογοι και οι επικελευστές και κελευστές βοηθοί υπολόγων, αλλά και αυτό παίζει από υπηρεσία σε υπηρεσία.

Έτσι, με το πολύ το κυρελέισιον (και ό,τι τελειώνει σε έισιον), ο υπόλογος αντικαθιστά, κατά περίπτωση, άλλες κλασικές προσφωνήσεις, όπως μαλάκας, μάγκας, κ.α. Ενίοτε λέγεται και περιπαικτικά από ανώτερο (συνήθως ανθυπασπιστή) σε κατώτερο (κελευστή, δίοπο, ναύτη).

- Άντε ρε υπόλογε, μία ώρα να σκουπίσεις έναν διαδρομάκο. Τελείωνε!

Επίσης

- Πού'σαι ρε υπόλογε να πούμε, τι κάνεις; όλα καλά;

- Καλά μωρέ, δε βαριέσαι...

Got a better definition? Add it!

Published