Όταν είσαι τύφλα μετά από κατανάλωση αλκοόλ και χρειάζεσαι σκύλο - οδηγό (ενδεικτικά λαμπραντόρ) για να γυρίσεις σπίτι.

- Φίλε πως περάσατε χθες; έφυγα σχετικά νωρίς.

- Άστα. Τι τις ήθελα τις τεκίλες; Έφυγα με λαμπραντόρ.

Got a better definition? Add it!

Published

Εκ του αγγλικού «flex» που σημαίνει «επιδεικνύω» και την ελληνική κατάληξη ρήματος -αρω. Επομένως, σημαίνει καυχιέμαι/υπερηφανεύομαι για κάτι δικό μου και το δείχνω επιδεικτικά σε άλλους.

- Ο Μάνος έκανε τατουάζ και το φλεξάρει συνεχώς μπροστά μας.

Got a better definition? Add it!

Published

Ορισμός:ταπείνωση,περιπαίζω, μειώνω αλλά στην ουσία κατακρίνω σε αρκετά μεγάλο βαθμό.Συνήθως χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ποσό απαξιωτική ήταν η συμπεριφορά σου ή αυτά που είπες σε κάποιον. Η λέξη προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη (σκύβαλον) η οποία χρησιμοποιείται περισσότερο στην κυπριακή διάλεκτο και έχει την σημασία του σκουπιδιού, απορρίμματος.

Παράδειγμα εδώ

Παράδειγμα χρήσεως: Φίλε πολύ χοντρή η γκόμενα σαν μπουλντόζα ήταν η κωλάρα της.

Χαχαχαχαχ φίλε τι σκιβάλιασμα ήταν αυτό.

Ποπο φίλε τον είχαν στήσει στον τοίχο και τον σκιβάλιαζαν, δεχόταν κακεντρεχή σχόλια από παντού.

Got a better definition? Add it!

Published

Ή αχαμνοξύστης. Ότι προτιμάτε :)

Ξύνω χαμηλά (κοινώς στα άχαμνα). Είμαι δηλαδή ξυσαρχίδας. Φυσικά, δεν χρειάζεται να είμαι ΔΥ για να τα ξύνω.

Είναι η πιο ευγενική εκδοχή, καθώς δεν περιλαμβάνει το "πρόθεμα" αρχιδ-

Οι φοροχωροφύλακες χρειάζονται ζεστό αίμα (ευρώ) για να πληρώσουν τα δανεικά στα αφεντικά τους, τα χιλιάδες ρουσφέτια, τους δεκάδες χιλιάδες αχαμνοξύστες και τις προεκλογικές σπατάλες της κάθε κυβέρνησης, αλλά μένουν με τα ντουβάρια στο χέρι (βλ. κτήρια Γαβαλά σε Κολωνάκι και Κορωπί (*))

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο υπερθετικός βαθμός της καύλας. Συνώνυμα μπορούν να θεωρηθούν το τούμπανο, η υπερκαύλα/ο υπερκαύλας (με β, αν είστε μερακλήδες)

-Ρε συ, το μαράκι δεν είναι δεκαράκι;
-Σκέτο καυλοντάμαρο είναι!

Got a better definition? Add it!

Published

Η όμορφη, καμαρωτή, καλλίγραμμη γυναίκα.

- Χθες συνάντησα τον Κώστα με την αδερφή του.
- Ναι, την έχω γνωρίσει. Πολύ καλή, φίλε. Αλφαδογκόμενα!

Got a better definition? Add it!

Published

Αγγούρι μεγάλου μήκους κυρίως με προέλευση από τα Καλύβια.

Χρησιμοποιείται για να περιγράψεις κάποιον με ασυνήθηστα μεγάλο γενιτικό όργανο

"Πωπω, ο Κοσμάς έχει μια γκρούτζα στο παντελόνι του."

Ξυλάγγουρο "Γκρούτζα" Καλυβιότικο/η.

Got a better definition? Add it!

Published

Η κουκουβάγια στα αρβανίτικα. Δες και Κουκουμάτσια

Ζουμπουλία: Αντε μαρή κουκουμάφκα

λεζάντα video

Got a better definition? Add it!

Published

Η ιδιαίτερα ευτραφής γυναίκα.

Πήγα να ανέβω με το ασανσέρ αλλά ήταν μια χερσοφάλαινα μέσα και δεν χωρούσε κανείς άλλος. Ανέβηκα με τις σκάλες τελικά.

Got a better definition? Add it!

Published

Υποκοριστικό του καράφλα που χρησιμοποιείται σε μέρη της Βόρειας Ελλάδας

Εκείνος εκεί ο καρίφλας γυαλίζει απο χιλιόμετρα

καράφλα, επίδειξη

Got a better definition? Add it!

Published