Χρησιμοποιείται κατά κόρον σε χωριά της Εύβοιας (στην περιοχή γύρω από την Κύμη μέχρι το Αλιβέρι) και σημαίνει, ανάλογα με την περίπτωση:

  1. τρομαγμένος, ξαφνιασμένος
  2. ατσούμπαλος, που κινείται νευρικά και σπασμωδικά
  1. Γύρισε χθες αργά στο σπίτι ο Γιάννης φταρωμένος, λες και είδε φάντασμα.
  2. Πρόσεχε ρε φταρωμένε, θα σπάσεις όλα τα ποτήρια!

Απαντάται και το ρήμα φταρώνομαι, κυρίως στον αόριστο στα 3 πρόσωπα του ενικού:

Ρε μαλάκα πως μπαίνεις έτσι απότομα, φταρώθηκα!

Got a better definition? Add it!

Published

Ο κρύος άνεμος στην ιδιόλεκτο της Αιανής Κοζάνης.

"Με ΄φαγι του νταμπάνι", ήτοι κρύωσα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο Έλλην ανηρ, επειδή είναι ανηρ και επιβάλεται να είναι ανηρ (αν ενθυμούστε την φράση...!) ενίοτε εφορμα στα θηλυκά που θα δει άλλοτε με θάρρος και τρόπο (δεσποινίς μου, θα ήτο τιμή μου να σας @#$$#$$), άλλοτε με παροχή υλικών αγαθών (κέρασμα σφηνακίων σε μπαρ, τα οποία σφηνάκια φτάνουν σε δυσθεώρατο αριθμό) και άλλοτε με ακόμα χειρότερους και αναποτελεσματικούς τρόπους (έχω και κότερο, πάμε μία βόλτα;). Εν πάσει περιπτώσει όμως, όλοι αυτοί οι τρόποι προσέγγισης απαντόνται στον τύπο άνδρα που λέγεται "πέφτουλας" ή, όπως είναι πλέον της μοδός, "γύπας".

Ο γυψ, ή αλλιώς όρνιο ή σκάρα κ.α., εφορμά αργάαααα και σταθεράαααα νομίζοντας ότι εφορμά γρήγορα, παρατηρεί τι διαθέσιμο υπάρχει δια ώρες και το μόνο που ημπορεί ή ηξεύρει να πιάσει, είναι πτώματα. Έτσι και ο άνδρας-γύπας: παρουσιάζει την εμφάνιση του γυπός (κούκλος, κούκλός!), παρατηρεί, εφορμά και είναι τόσο αργόοοοος και προβλέψιμος που αποτυγχάνει πάντα και πανταχόθεν. Έπειτα ξαναπροσπαθεί, ξαναπροσπαθεί και ξανά προς την δόξα τραβα.

Απαντάται η λέξη αυτή και σε υπερθετικό βαθμό, ως "γυπαετός", ήτοι μέγιστος γύπας. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται...!

Φαίδων: "Κατοπιν εκτενούς παρατηρήσεως φίλτατε Αγαθοκλή, επαρατήρησα ούτη υπέροχη νεαρά δεσπόσύνη. λαμβάνω σφηνάκια και... εφορμώ ως JU-52!" Αγαθοκλής: "μα είναι η πέμπτη φορά σήμερον, η πέμπτη άκαρπη φορά! Ηρέμησε πλέον! Έχεις μεταβληθεί εις μέγα γύπαν!"

λεζάντα εικόνας

Got a better definition? Add it!

Published

Μονάδα μήκους μικρών διανυσματικών αποστάσεων και ελαχίστων δυνατών χρονικών διαστημάτων· αλλιώς θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένδειξη ενός σώματος με ελάχιστη μάζα ή και για μια ανεπαρκής ποσότητα ύλης.

-Υπάρχει ψωμί στο σπίτι; Υπάρχει μία τσίντζα.

-Από εδώ έως το μαγαζί πόση ώρα είναι; -Ε... δεν είναι κάτι, μια τσίντζα

Got a better definition? Add it!

Published

Ο δυνατός, ο ισχυρός στην αρχαία ελληνική. Στον μοδέρνο κόσμο, χρησιμοποιείται εις την σλανγκικήν καταχρηστικά, ως επίθετο ή και ως επιφώνημα, σε τετριμμένες περιπτώσεις, όπου αναδίδει μια ντελικάτη εσάνς γαλλο-φερμένης αργκό, μαζί με το αυστηρό του κλασικού χαρακτήρα.


1.
-Ψιτ, τσέκαρε...
-Κραταιό (πατούρι)!
2.
-Ρε δε θα 'ρθει ο Σάββας το βράδυ για ταινία, βγήκε ραντεβού.
-Μαλάκα σπάει ο κραταιός κύκλος των αγάμητων;

Got a better definition? Add it!

Published

Πατσαβουρογάμης ή πατσαβουρογαμάκης είναι αυτός που τρελαίνεται να γαμάει σιχαμένες , βρωμιάρες, λιπαρές που κρέμονται τα ξύγκια τους από κοιλιά, παρακμιακές γκόμενες που βρωμάνε τσιγαροποτοψωλοχύλα , σαπίλα και έχουνε να πλυθούν πάνω απο ένα μήνα γι αυτό και το μουνί τους έχει πιάσει σγόρτσα και βρωμάει ψωλόχυμα. Πατσαβούρες δλδ. Χαϊδευτικά λέγεται και Ακης . Ακης ο πατσαβουρογαμάκης.

Ακη πατσαβουρογαμάκη που ήσουνα ρε ?? γαμαγα μια πατσαβούρα

Got a better definition? Add it!

Published

Συνήθως χρησιμοποιείται σε μορφή ερώτησης προς τον κροκόδειλα της παρέας που έχει μαζευτεί για πιώμα. Κάθε φορά που αυτός "ξεχνιέται" να γυρίσει το τσιγάρο, ρωτάμε ειρωνικά "Σάμαλι;", εννοώντας "μήπως θες να σου φέρουμε και κάνα γλυκάκι;". Προέρχεται από τη συνήθεια των χασικλήδων να τρώνε γλυκό μετά το κάπνισμα, αφενός για τις λιγούρες, αφετέρου για να πάνε κάτω τα ζαφείρια και να φύγει η πικρίλα του μαύρου από το στόμα.

Συναντάται κυρίως στη βόρεια Ελλάδα.

-...PΗFFFFFiiiiFFFFF.......PΗFFFFFFOuOuOuOuFFFFF....PΗFFFFFiiiiFFFFF.......PΗFFFFFFOuOuOuOuFFFFF

- Σάμαλι;

- Άραξε ρε φίλε δυο τζούρες έκανα!

- Έλα να γυρνάει..

Got a better definition? Add it!

Published

Το κάπνισμα χασίς ή μαριχουάνας. Επίσης χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει το ίδιο το αντικείμενο, δηλαδή το τσιγάρο ή την ενεργό ουσία.

-Έλα τι λέει, να ρθω για πιώμα;

-Άμα θες πιώμα, φέρε το πιώμα.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που δεν είναι πραγματικός φαν μιας μπάντας ή κάποιου μουσικού εν γένει, αλλά ακούει περιστασιακά την μουσική τους. Ως εκ τούτου, δεν γνωρίζει όλους τους στίχους των τραγουδιών τους, παρά μόνο τα ρεφρέν, τα οποία επαναλαμβάνει σε συναυλίες, πάρτι και λοιπές μουσικές συναθροίσεις, ώστε να ταυτιστεί με την ατμόσφαιρα της φάσης.

-Ρε, τσέκαρε 'κει! Ο Κώστας ρε, μ' ένα τσιτωμένο γκομενάκι με τα δερμάτινα.

-Χαχαα! Έλα ρε τον ρεφρενάκια τον Κώστα που μου 'ρθε και Maiden. Πάω στοίχημα τραγουδάει μόνο τα φωνήεντα.

Got a better definition? Add it!

Published

Η τελική τιμή, καθαρή από φόρους ή γενικά αφαιρέσεις. Από το αγγλικό net. Συνήθως χρησιμοποιείται για να περιγράψει την τελική, ωφέλιμη τιμή χρηματικών ποσών ή φυσικών μεγεθών.

-Έχω κλατάρει απ' τη κωλοδουλειά Μπάμπη, δε πάει άλλο ρε.

-Εγώ σου 'χω πει να 'ρθεις να πουλάμε αυτά τα προϊόντα αλόης από Αμερική, να βγάζεις δυό χιλιαρικάκια νέτα, τακτοποιημένα το μήνα, δε θες.. Σου λέω είναι σαν πυραμίδα, αλλά δεν είναι, μη φοβάσαι.

Got a better definition? Add it!

Published