Γεια σου γαμόφλαρε παιδαρά!

Φλάρος είναι ο φραγκόπαπας. Την λέξη «γαμόφλαρος», αυτός που γαμεί τον φλάρο, ο Έλληνας την χρησιμοποιεί σαν κλητική προσφώνηση αντί για το «παλικαρά μου, λεβέντη μου».

Στο Βυζάντιο ο κλήρος ήταν και κράτος και διοίκηση. Από το πρώτο σχίσμα επί Φωτίου και ύστερα ολόκληρη η ιστορία του Βυζαντίου κλείνεται σε μια λέξη: στο αποτροπιαστικό και δυσώδες Filioque (και του Υιού). Στα χρόνια της Άλωσης το πράγμα είχε καταντήσει εκεί, που ο εχθρός του κράτους πια δεν ήταν ο σουλτάνος, αλλά ο πάπας.

Got a better definition? Add it!

Published

Ουσιαστικό - Θυληκό «Ράγισσα»

Τούρκικη καταγωγή. Προσβολή για Έλληνες, Αρμένιους και Πόντιους. Ο υποταγμένος, ο υποδουλωμένος, αυτός που πληρώνει χαράτσι.

Από το έτος 2020 άρχισε να χρησιμοποιείτε στην Πάτρα ακριβώς όπως χρησιμοποιούν οι Αφροαμερικάνοι την λέξη «nigger». (δηλαδή ένας όρος όπου επιτρέπεται να χρησιμοποιούν μόνο οι ομόφυλοι Αφροαμερικάνοι και κανένας άλλος, αλλιώς θεωρείται μεγάλη προσβολή)

1 - Γιο Ραγιά μου, τι λέει;

- Άσε ραγιά μου, έχω κόψει φλέβες με το αφεντικό μου. Απαίσιος ραγιάς!

2 - Ραγιά μου κοίτα δεξιά σου, αυτή είναι η γκόμενα που μου έβγαλε την πίστη.

- Έτσι είναι οι ράγισσες με κόκκινα μαλλιά...

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως επίθετο (Ραγιάδικο/η)

Got a better definition? Add it!

Published

Η πουτανίτσα.

Είδα χθες στην παραλία την Μαρία με καινούριο γκόμενο. Ο τρίτος για φέτος, καλά την είχα κόψει για ψωλοπιπέτα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Τουρκικό. Kopuk σημαίνει κομμένος, άχρηστος. Ο άχρηστος άνθρωπος, ο τεμπέλης που γυρνάει από εδώ και από εκεί χωρίς να κάνει κάτι χρήσιμο.

Παράδειγμα: "Μεγάλο κοπούκι ο ψηλός! Όλη μέρα στη γύρα κι από δουλειά μηδέν!"

Got a better definition? Add it!

Published

*Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%81%CE%B1%CE%B6%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82*

Ο όρος Σουφραζέτες επινοήθηκε από την εφημερίδα Daily Mail σαν ένας υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τα μέλη του κινήματος υπέρ του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες, το οποίο δραστηριοποιήθηκε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα στο Ηνωμένο Βασίλειο, ιδίως δε για συγκεκριμένα μέλη της Κοινωνικής και Πολιτικής Ένωσης Γυναικών). Ωστόσο, μετά την επανοικειοποίηση της λέξης από πρώην και νυν μέλη του κινήματος, ο όρος έχασε την αρχική αρνητική σημασία του.

Ο όρος «σουφραζέτα» προέρχεται από τη λέξη «suffragist», που δηλώνει τον υποστηρικτή του «suffrage», δηλαδή του δικαιώματος ψήφου. Οι σουφραζέτες διεκδικούσαν τη συμμετοχή στα κοινά και ίση μεταχείριση με τους άντρες. Ο όρος «suffragist», όμως, είναι γενικότερος και αναφέρεται σε μέλη κινημάτων που υποστηρίζουν το δικαίωμα ψήφου, ασχέτως αν πρόκειται για ριζοσπαστικά ή συντηρητικά κινήματα ή αν το δικαίωμα ψήφου αφορά άντρες ή γυναίκες. Στη Βρετανία, ο όρος «suffragist» χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τα μέλη της Εθνικής Ένωσης των Εταιρειών για το Δικαίωμα Ψήφου των Γυναικών, η οποία ιδρύθηκε το 1897.

Η λέξη «σουφραζέτα» είναι η λέξη «suffragist» στο θηλυκό γένος και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1906 από έναν δημοσιογράφο τη Daily Mail με υποτιμητικό τρόπο για να κοροϊδέψει τις γυναίκες της Κοινωνικής και Πολιτικής Ένωσης Γυναικών που έκαναν πορεία ζητώντας δικαίωμα ψήφου γιατί η κατάληξη «-έτα» υποδηλώνει κάτι μικρό ή χαριτωμένο και έτσι μειώνεται η σημασία της λέξης με αποτέλεσμα να μειώνεται και η σημασία της πολιτικής δράσης που υποδηλώνει.

Αν και αρχικά η λέξη λέγονταν με προσβλητική πρόθεση σταδιακά η σημασία της αμβλύνθηκε και κατέληξε να σημαίνει απλά μία γυναίκα που αγωνίζεται για να αποδωθεί δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Το 1912 μάλιστα η Κοινωνική και Πολιτική Ένωσης Γυναικών άρχισε να εκδίδει περιοδικό με τίτλο «Η Σουφραζέτα». Οι γυναίκες στην Αμερική όμως ποτέ δεν ενστερνίστηκαν τον όρο.

https://youtu.be/L8pfK7-SQfg?t=1943 - Την επόμενη μέρα, βλέπουμε κατ' αρχάς ένα πλανώδιο θίασο να περνάει από μπροστά ... - Έλα ρε **, θα μας πούνε σεξιστές τώρα ... - Ντάξει, ντάξει, ντάξει, συγνώμη - κάτι σουφραζέτες είναι

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που μετά το χέσιμο αντί να σκουπιστεί με χαρτί επιλέγει τον πιο αριστοκρατικό τρόπο καθαρισμού, το νερό. Αλλιώς γνωστός ως pligo και μπιντέφιλος ή 山名田

- Ρε Νικήτα που έχεις βάλει το χαρτί τουαλέτας; - Δεν έφερα ρε εγώ είμαι πλύγκωλος.

Got a better definition? Add it!

Published

Η διαπίστωση της ύπαρξης υπερβολικής ποσότητας υδατάνθρακα στο φαγητό. Συνήθως η συγκεκριμένη διαπίστωση προέρχεται από χερσοφάλαινες ή βοθροκοιλιάδες αφού ντερλικώσουν.

Μήτσο τι τρως εκεί? Έχω φάει 5 donut αλλά πολύ ψωμί ρε αδερφέ.

Πήγα χθες και έφαγα 3 burger αλλά πολύ ψωμί, δεν άξιζε.

Ήρθε χθες ο γιδαρμέχτης, δήθεν να δοκιμάσει τις πίτσες και ενώ έτρωγε το 15ο κομμάτι πίτσας μας λέει , «πολύ ψωμί, δε τρελάθηκα»

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Γλυκό έδεσμα με καταγωγή από τα βάθη της Ασίας. Σερβίρεται ζεστό η κρύο και αποτελεί το ιδανικό επιδόρπιο στα καλύτερα εστιατόρια.

Σου έφτιαξα φρέσκο τζελέπι. Μη το φας όλο, άσε και για το Χρήστο λίγο.

-Μάνα πάω βόλτα. -Τζελέπι να πάρεις!

Ποο έφαγα 2 κιλά τζελέπι. Πάω να κάνω το χοντρό μου.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης

"Αλλά κάνει ο Μωυσής λάθη; Και αν κάνει, πρέπει να το παραδεχθεί στο πόπολο, διακινδυνεύοντας την αυθεντία του;" από εδώ: https://m.tvxs.gr/mo/i/336648/f/news/egrapsan-eipan/o-moysis-mitsotakis-kai-i-sympsifistiki-syggnomi.html

Ο χαρακτηρισμος προέκυψε από τον Θανάση Μαυρίδη, ο οποιος σε άρθρο του στο Liberal τη Δευτέρα 6 Απριλίου, ανεφερε: «Οι Εβραίοι χρειάστηκε να περάσουν την Ερυθρά θάλασσα για να ξεφύγουν από τους Αιγύπτιους. Ο Κυριάκος καλείται ως νέος Μωυσής να βρει λύσεις εκεί που οι άλλοι βρίσκουν αδιέξοδα και να οδηγήσει έτσι έναν τυραννισμένο λαό στην γη της επαγγελίας».

Δυστυχώς για τον Μαυρίδη, ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται ειρωνικά και με διάθεση σαρκασμού και επουδενί με τον θαυμασμό που ο ίδιος αρχικά τον υιοθέτησε.

Got a better definition? Add it!

Published

Δες τον πως περπατάει τον λουγκόυρη.

Το χρησιμοποιούμε για να αναφερθούμε σε έναν άντρα ψηλό και άχαρο, ο οποίος μοιάζει με όρθιο αγγούρι και πιθανόν να είναι και αδερφή.

Got a better definition? Add it!

Published