Αντί του απλού ρήματος αντιδρώ, έχουμε μια φράση η οποία θα ήθελε να ακούγεται σοβαρή και λόγια αλλά είναι δυστυχώς απλά μια ελληνικούρα που συναντάται κατά κόρον σε αθλητικά σάιτς όπου θρύβουν τα ελληνικά εξέδρας,τα μεταφρασμένα αμερικάνικα κτλ. Συνήθως η αντίδραση “βγαίνει” απο μια ομάδα ή παίχτη (αν μιλαμε για ευγενή αθλήματα όπως τέννις) μετά από μια άσχημη περίοδο ασχέτως αν η αντίδραση έφερε τη νίκη ή όχι.

Έβγαλε αντίδραση ο Κεραυνός Κερατέας μετά το γκολ που δέχθηκε στο 75’, πίεσε και ισοφάρισε με σουτ στο 91’, μετά η είσοδος των φιλάθλων διέκοψε το παιχνίδι το οποίο δεν τελείωσε ποτέ.

Got a better definition? Add it!

Published

Αρχαιότερη ρίζα του συμμαζεύω της Θεσσαλονικιο-Μακεδονικής διαλέκτου.

Πωωω ρε φίλε πρέπει να φύγω τώρα έχω να συμμάσω το σπίτι.

Got a better definition? Add it!

Published

Aριθμός καρτοκινητού ο οποίος είναι δηλωμένο σε άλλο άτομο από τον τωρινό του χρήστη. Χρησιμοποιείται για την απόκρυψη παρανομιών όπως δεύτερη γκόμενα όπως επίσης και για ελάσσονες εγκληματικές ενέργειες (νονοί της νύχτας, απαγωγές κτλ). Επειδή όπου υπάρχει παρανομία υπάρχει και κέρδος, έχει στηθεί μια βιομηχανία παραγωγής σιμ καρτών με μη ανιχνεύσιμους δηλωμένους χρήστες συνήθως μετανάστες.

- Μαλάκα τσάκωσα πακιστανικό κινητό για να πάρω κωλ-γκερλ
- Tι κάνει ο άνθρωπος για να γαμήσει….

Got a better definition? Add it!

Published

Οι απόψεις των ψεκασμένων, που αναπαράγουν θεωρίες συνωμοσίες και ψευδοεπιστημονικές ασυναρτησίες χωρίς καμία υπόσταση, αφού ανακάλυψαν το φως το αληθινό από βίντεο στο ΥouTube, από ποστ στο Facebook ή από εκπομπές Λιακόπουλου και Τράγκα.

- Ήρθε στο γραφείο ένας τύπος σήμερα και μας έλεγε πως οι μάσκες είναι το πρώτο βήμα για το τσιπάκι της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Πόση ψέκα να αντέξω ακόμα ο άνθρωπος, λες και όλοι δουλεύουν για το Luben είναι.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Κοινώς οι ψεκασμένοι, τσιπάκια παντού, συνομοσία ερπετοειδών κτλ κτλ ο ψέκας σαν συντομογραφία προσθέτει λούμπεν πόντους στο ήδη καμένο (sic) και ψεκασμένο.

- Θα μας γεμίσει ο Μπιλ Γκέιτς τσιπάκια με τις μάσκες
- Ασε ρε μάλακα ψέκα, μας έχεις πρήξει με τις παπαριές σου
- Ναι ρε, αλήθεια είναι....

Got a better definition? Add it!

Published

  1. Εκτέλεση συμβολαίου θανάτου από χίτμαν. Στα καθ' ημάς το βρίσκω μόνο στο Μικρό Ψάρι του σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη, οπότε δεν ξέρω τι παίζει και αν πρόκειται για απ' ευθείας μεταγραφή του αμερικάνικου γκανγκστερικού to paint houses = βάφω σπίτια, εννοείται με το αίμα των θυμάτων μου (αυτός ρε, όχι εγώ, κόφτε τις μαλακίες μη βρω κάνα μπελά στα καλά του καθουμένου). Λοιπόν έχουμε και λέμε: Το βιβλίο είναι του 2004, το ελληνικό έργο του 2014 και το αμερικάνικο του 2019, οπότε τα συμπεράσματα δικά σας. Τεσπα, όπως είπα δεν το έχω βρει αλλού στο ιντερνέτι, συνεπώς θα σας επιβεβαιώσω το εάν και κατά πόσον είναι όντως σε χρήση στον ντόπιο υπόκοσμο όταν με το καλό οργανώσω την πρώτη μου δολοφονία. Μέχρι τότε έρρωσθε, νηστεύετε, προσεύχεσθε. Και αγρυπνείτε. Θα έρθω σαν την ημέρα του Κυρίου, όπως ο κλέφτης τη νύχτα.

  2. Αναγραφή συνθημάτων ή δημιουργία γκράφιτι σε τοίχους. Το βρίσκω στην τελοσπάντων αναρχοαυτόνομη αργκό και σε αυτή των γκραφιτάδων.

Βάψιμο (στο 4:23), μπογιατζής (στο 5:19), το πινέλο στο νερό (στο 31:30, 33:43).

Ανάληψη ευθύνης για αντισπισιστική δράση με βάψιμο και φθορές

Βάψιμο & στένσιλ για τη δολοφονία του Εμπουκά

Παρέμβαση με βάψιμο συνθημάτων στο γεωπονικό

Από το νέτι.

Οι ελληνικοί όροι που περιγράφουν εν μέρει το γκράφιτι είναι τοιχογράφημα, ακιδογράφημα. Στην αργκο των γκραφιτάδων η πράξη του να κάνεις γκράφιτι λέγεται συνήθως "βάψιμο".

εδώ

Got a better definition? Add it!

Published

Κάτι πολύ προχωρημένο, εντελώς γαμάτο

-Ξέρεις ποσά κυβικά έχει το τζιπ του Τάσου; 4200! - Ακραίο!

Got a better definition? Add it!

Published

Το πολύ τραβηγμένο, το υπερβολικό, το πέραν κάθε ορίου

Αυτός είναι ακραίος μαλάκας σου λέω ρε

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που κοιμάται όρθιος, ο εντελώς άχρηστος

Αυτός ο προπονητής είναι τρομερός νύχτας. Κάνει τις αλλαγές στο 89’

Got a better definition? Add it!

Published

Η γυναίκα που έχει φαρδύ κόλπο, που έχει "ξεχειλώσει" το αιδοίο της από το πολύ σεξ. Κατ' επέκταση η εύκολη, η νυμφομανής, η πόρνη.

"Το Μαράκι δεν έχει αφήσει άντρα για άντρα στο γραφείο, με όλους έχει πάει. Μεγάλη μητροφάλαγγα λέμε".

Got a better definition? Add it!

Published