Προφέρεται οπως η Αγγλική λέξη get και σημαίνει ο εύσωμος/ή. Έχει ρίζες απο την αλβανική λέξη traget που σημαίνει πλοίο.

-Εχω γίνει γκέτ τελευταία.
-Αφού μόνο τρώς και παίζεις λόλι.

Got a better definition? Add it!

Published