Η προσπέραση πολλών οχημάτων με μία κίνηση.

Μαλάκα ο Μπούστας την Κυριακή στις Σέρρες, έχασε τα φρένα της ένα στην εκκίνηση και έμεινε τελευταίος και μετά άρχισε τα σουβλάκια πριν τη 13 και στην ευθεία μέχρι να φτάσει τον Κοντομάρο. Τρεις τρεις τους περνούσε.

Ενα σουβλάκι ή σάντουιτς ή καλαμάκι με κρέας (από perkins, 04/09/10)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Συνολική προσέγγιση των στοιχείων ενός κοινωνικού συνόλου με συγκεκριμένη σειρά (πόρτα πόρτα). Ο όρος προέρχεται από τη σταθερότητα θέσης που παρουσιάζουν οι μεζέδες (στοιχεία) που είναι καρφωμένοι στο καλαμάκι (συγκεκριμένο κοινωνικό σύνολο).

Τις προάλλες πέρασε ο εφοριακός από τη γειτονιά και τα πέρασε σουβλάκι τα μαγαζιά της περιοχής. Κανένα δεν άφησε.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified