[mod][img]http://isegrimm.files.wordpress.com/2009/09/vorsicht-troll.jpg?w=200&h=150[/img][/mod]
ΥΓ. Οι Ρουμάνοι (μαφιόζοι και μη) δεν χρειάζονται άδεια παραμονής, είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης...

#2
παιδοβούβαλο

in κουότ

Υπάρχει μια αρκετά ευρεία γκάμα εκφράσεων, χειρονομιών και λοιπών μανιερών, οι οποίες ίσως θα μπορούσαν μονολεκτικά να περιγραφούν ως «ημι-πούστικες». Χαρακτηριστικό παράδειγμα, πλην της προκειμένης χειρονομίας των εισαγωγικουλίων, είναι το γνωστό τοις πάσι νομίζω; (συντομογραφικά νο;), αλλά και το εσπέριο ποιον πρέπει να γαμήσω.

Τις χρησιμοποιούν κυρίως γυναίκες και γκέηδες (το να ψάχνουμε ποιος μιμείται ποιον, οι γυναίκες τους γκέηδες ή το αντίστροφο, ομοιάζει στο γνωστό ερώτημα της όρνιθας και του ωού). Ένα καθαρόαιμο σερνικό οφείλει να τις αποφεύγει, αν μη τι άλλο να τις χρησιμοποιεί με σύνεση και να μη τις καταχράται. Αφεαυτές δεν είναι δηλωτικά πουστείας, ίσως όμως η επανειλημμένη χρήση τους σωρευτικά με άλλες «ενδείξεις», π.χ. κοκάλινα μοδάτα γυαλιά, γυμνασμένο σώμα κ.α., οδηγήσει σε έκδοση σχετικής κοινωνικής ετυμηγορίας.

Κοινός παρονομαστής των εκφράσεων αυτών, είναι πως προσπαθούν να προσδώσουν παραστατικότητα και ζωντάνια στο λόγο του ομιλητή, ο οποίος επιθυμεί «να έρθει πιο κοντά» με τον συνδιαλεγόμενό του, επιτυγχάνοντας ένα είδος συμ-πάθειας ή ενσυναίσθησης. Η παραστατικότητα και η ζωντάνια παραπέμπουν ασφάλουσλυ στην θεατρικότητα, αρχαιόθεν επιβαρυμένη με connotations επιπολαιότητας, ελαφρότητας και έκλυσης των ηθών. Ένα pure αρσενικό που μετέρχεται εν εκτάσει την μανιέρα για λόγους εντυπωσιασμού (όλα τα λέιζερ πάνω μου), οφείλει να εξισορροπεί αυτή την τάση με τακτές επιδείξεις ματσοσύνης και ανδριλικίου (βαριά προφορά, μαγκιόρικο στραβοστόμιασμα κλπ) που υπογραμμίζουν το πρωτεϊκόν του χαρακτήρος του, την ικανότητα να μεταπηδά κατά βούληση απο σνομπ κουλτουριάρη ντιλετάντη σε αλάνι του πεζοδρομίου και αντιστρόφως. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου μπαλαδόρου είναι ο απόλυτος τηλεστάρ Γιώργος Τράγκας.

#3
παιδοβούβαλο

in βάρος

Δοκιμότατο, πιο δόκιμο πεθαίνει. Είναι ωστόσο ενδιαφέρον το γεγονός οτι η νομική ορολογία, εξαιτίας του αυστηρά τεχνικού χαρακτήρα της, ηχεί συχνά εξωτική σε ώτα κοινών μη νομικών θνητών (ενίοτε παραβατών), που προσλαμβάνουν αυτό το εξωτικό φρούτο με «αποκλίνοντα» τρόπο. Υπ' αυτή την έννοια, σχεδόν οιοσδήποτε όρος μπορεί να θεωρηθεί σλανγκίζων αναλόγως των συμφραζομένων.

Για κάποιον που έχει σπουδάσει το σχετικό αντικείμενο, η άτεγκτη ακριβολογία είναι ο μοναδικός δυνατός τρόπος ύπαρξης μιας νομικής γλώσσας και επιστήμης. Στους αντίποδες αυτής της θετικιστικής προσέγγισης, υποστηρίζεται πως τα ιδιόλεκτα των επιστημονικών πειθαρχιών (το νομικό και άλλα, με χαρακτηριστικότερο φυσικά παράδειγμα το ιατρικό) κατασκευάζουν αποκλεισμούς και διαιωνίζουν την υπερέχουσα θέση μιας «εκλεκτής» μειοψηφίας επί του συνόλου της κοινωνίας, στη βάση της πρόσβασης σε μια οιονεί απόκρυφη γνώση των μεμυημένων (βλ. και φουκωική εξίσωση pouvoir=savoir).

Οι δικηγόροι είναι ο σύγχρονος κλήρος. Επέχουν θέση ιερέων στις νεωτερικές κοινωνίες της εκκοσμίκευσης, ενώ η Νομική εκθρόνισε την Θεολογία ως η νέα κορωνίδα των επιστημών. Διαφυλάττουν ζηλότυπα την ύπαρξή τους ως μια κλειστή, σε ικανό βαθμό αυτοαναπαραγόμενη, κάστα ειδικών που αυτονομιμοποιείται θέτοντας δυσυπέρβλητους γλωσσικούς φραγμούς στο corpus των «ιερών» κειμένων της. Ακριβώς όπως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία του Μεσαίωνα, υπέρμαχος της Latinitas, ανθίστατο στη μετάφραση των Γραφών στις δημώδεις ευρωπαϊκές γλώσσες. Το ζήτημα άπτεται προφανώς του ευρυτέρου γλωσσικού ζητήματος, που στα καθ' ημάς έλαβε τη μορφή «δημοτικιστές vs καθαρευουσιάνοι», βλ. μετ. αλ. Ευαγγελικά του 1901. Η γλώσσα δεν θεωρείται εν προκειμένω ως ο απλούς φορέας των νοημάτων του κειμένου. Μάλλον είναι το ίδιο το κείμενο, συνιστά την βαθύτερη «ουσία» του, που ως τέτοια οφείλει να παραμένει αναλλοίωτη.