Λεξιπλασία που προκύπτει από το ελληνικό ρήμα «έρπω» και την απαρεμφατική κατάληξη («γερούνδιο») της αγγλικής «-ing».

Υποδηλώνει το mode κίνησης «ένα-με-το-χώμα», όπου το υποκείμενο προχωρά μπρούμυτα έχοντας πλήρη επαφή με το έδαφος.

Συναντάται κατά κόρον στον ένδοξο Ε.Σ.

- Ε, εσείς οι τέσσερεις, φέρτε μου ένα Μάλμπουρο από το Κ.Ψ.Μ. Και που 'στε, να το κρατάτε από μια γωνία ο καθένας να μη σας πέσει.. Τι; Εννοείται με έρπινγκ!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
GATZMAN

Θεμελιώδες στη στρατιωτική ορολογία

#2
Vrastaman

Θεμελιωδέστρατο!

#3
Jonas

;)

#4
GATZMAN

Εχουμε χτυπήσει ερπινγκ στην Γκασμαδία, ουκ ολίγα, ε;

#5
Jonas

Πάνω κάτω και πλαγίως!

#6
ο αυτοκτονημενος

εχει σχεσει με τον επηχειλιο