Προέρχεται από το αγγλικό pass (= περνώ /-άω)
Σημασία:
- δίνω
- περνάω κάτι σε κάποιον
Χρήση:
Χρησιμοποιείται όταν κάποιος θέλει να του δώσουν κάτι στο οποίο ο ίδιος δεν έχει πρόσβαση ή δεν μπορεί να το φτάσει. Συνήθως το συναντάμε σε συζήτηση την ώρα του φαγητού.
Χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια αγωνίσματος με μπάλα ή αγώνισμα που προϋποθέτει μεταβίβαση αντικειμένου. (π.χ. ποδόσφαιρο, μπάσκετ, χόκεϋ) για να ζητήσει κάποιος τη μεταβίβαση της μπάλας / αντικειμένου.
- Μάνα... πάσαρε μου την κέτσαπ... είναι δίπλα σου.
- Εεεεε... φίλε... πάσαρε μου τη μπάλα και θα βάλω γκολ.
0 comments