Η κατάσταση στην οποία κάποιος πρήζει τον άλλο.
- Με κάλεσε πάλι στο γραφείο του το αφεντικό.
- Και τι σου είπε;
- Ε ξέρεις τώρα μωρέ... μπάλες. Γκρινιάζει επειδή κάθε μέρα δεν έρχομαι στην ώρα μου.

Η κατάσταση στην οποία κάποιος πρήζει τον άλλο.
- Με κάλεσε πάλι στο γραφείο του το αφεντικό.
- Και τι σου είπε;
- Ε ξέρεις τώρα μωρέ... μπάλες. Γκρινιάζει επειδή κάθε μέρα δεν έρχομαι στην ώρα μου.
Got a better definition? Add it!
6 comments
allivegp
Καμιά σχέση με το Γκουσγκούνειο «ρούφα τις μπάλες»;
Kotsolis
Όχι, απολύτως καμία! Είναι αυτό που λέμε «μη μου πρίζεις τις μπάλες».
electron
αυτό το λένε στο sex in the city....
εδώ λέμε μην μου πρήζεις τα αρχίδια, τα 'ρκίδια, τα ούμπαλα, κι άλλα πολλά εμπριμέ και μπλε
HODJAS
Προέρχεται απο τον ιταλικό ιδιωματισμό che palle (τί μπάλες/αρχίδια) = βαρεμάρα, φόρτωμα, ξενέρα, σπαζαρχιδιά κλπ.
notheitis
καρύδες
MXΣ
Mπορεί να είναι και αμερικλανιά καθώς το Ψόλιγουντ έχει φροντίσει να μεταφέρει στο λεξολόγιο των τρυφερών μας βλασταριών το balls (αρκίδια) και το bull (αντί του bullshit).