ανπιστεύταμπλ, ανπιστέφταμπλ

Απίστευτο. Λέξη ανάμικτη ελληνική και αγγλική δηλ. un- (αν-) και πιστεύω. Από το unbelievable.

Το έργο που είδαμε χτες με το Μήτσο ήταν ανπιστέφταμπλ

βλ. και ανπιστεύαμπλ, unpisteftable, unpisteutable, απιστεύταμπολ και το συγγενές καταπληκτικμάν. Δες και ανπιστεύταπολ στο cySlang.com.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
MXΣ

Λήμμα ανπιστεφτάμπλ! Ορισμός ανπιστέφταμπλ! Φοβερό! (welcome αλλά τσέκαρε ενίοτε και το ψαχτήρι!)

φιλικά
Νίκος

#2
Galadriel

Πού 'ναι ο τζίζας: βλ. παράδειγμα - αυτοί είδαν ένα έργο, παίζει να ήπιαν και κανα ποτηράκι παραπάνω :D

#3
MXΣ

Και είμαι σίγουρος, ότι μετά τα ποτάκια ακολούθησε σεξάκι, ένα πράμα...

#4
jesus

εγώ έργα κ ποτηράκια δεν, πόσω μάλλον με μήτσους.

:ΡΡΡΡ