Η θέση πάρκινγκ στα κρητικά.

Ενίοτε δηλώνει και τον τρόπο με τον οποίο έχει παρκάρει κάποιος, ιδιαίτερα αν έχει παρκάρει χάλια.

  1. Έκανα μισή ώρα να παρκάρω γιατί δεν έβρισκα πουθενά ρεμίζα.

  2. Κοίτα ρεμίζα τον γάιδαρο, πάνω στο πεζοδρόμιο...

(από S.Nebelung, 16/06/12)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
deinosavros

Εχεις κούρσα και σωφάρεις
κι όπου θέλεις ρεμιζάρεις
έγινες και σωφερίνα

(Μητσάκης δεν είναι αυτό ;)

#2
Khan

Έχει κανείς ιδέα για ετυμολογία;

#3
jesus

ρεμίζα εγώ ξέρω την υποχρεωτική στάση που κάνουν οι νταλίκες όταν συμπληρωθεί το ωράριο.

λογικά απ' τη μετοχή του γαλλικού remettre.

#4
S.Nebelung

...Δεν ξέρω αν λέγεται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας ή αν χρησιμοποιείται και με άλλη σημασία,στην Κρήτη πάντως το χρησιμοποιούμε κατά κόρον με αυτό τον ορισμό και όποιον έχω ρωτήσει από άλλα μέρη της Ελλάδας δεν την ξέρει αυτή τη λέξη.

#5
dryhammer

Στο στρατό έτσι ονομάζαμε το πάρκινγκ των ΡΕΟ (δηλ. τον όρχο)