Γυναίκα που δεν πλένει συχνά ή σχολαστικά τα γεννητικά της όργανα από ντροπή (πχ. παρθενία) ή έλλειψη σωματικής υγιεινής, με αποτέλεσμα συσσώρευση νεκρών κυττάρων, ξηραμένων ούρων (λευκοκίτρινη παχύρευστη ουσία πολλές φορές αναμεμειγμένη με βλέννα) και αποπνικτική δυσωδία.

  1. - Έμαθες τα νέα; Παντρεύτηκε ο Λάκης ο ψηλός.
    - Σώπα ρε! Αυτός δεν μπορούσε να σταυρώσει γκόμενα! Ποιά πήρε;
    - Την Μαρία την κόρη του βενζινά.
    - Ποιά ρε; Εκείνη την τυρομούνα που ξημεροβραδιαζόταν στις εκκλησίες;
    - Πω,πω θα τον κλάψουνε και οι ρέγγες!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
dryhammer