καμπέρι redirects to καμπέρης.

Συνώνυμο του αγγλικού camper. Χρησιμοποιείται ευρέως σε (δια)δικτυακά κυρίως παιχνίδια και αποτελεί χαρακτηρισμό παίχτη που κρύβεται και περιμένει τους άλλους να πέσουν επάνω του με σκοπό να τους εξολοθρεύσει (ενν. στο παιχνίδι). Συνήθως ως καμπέρηδες αναφέρονται οι μπαμπάδες των παιδιών όταν παίζουν με τα παιδιά τους και τους φίλους των παιδιών τους, αντίστοιχα δικτυακά παιχνίδια (multiplayer), όπου οι μπαμπάδες προσπαθούν να κρυφτούν και να αποκτήσουν θέση υπεροχής, ως προς τα τέκνα τους ή τους φίλους τους στο παιχνίδι με σκοπό να νικήσουν και να αποδείξουν πόσο μεγάλοι παίχτες είναι/ήταν.

Καλώς τον μπαμπά καμπέρη.

Μεγάλος καμπέρης ο μπαμπάς σου Χρήστο.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
Galadriel

Υπάρχει στο ουδέτερο: καμπέρι.