Κομφετί = διάρροια, κόψιμο.

- Πώπω μάγκα, με πήγε κομφετί.
- Άσε ρε φίλε, πολύ κωλοκατάσταση...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
HODJAS

Άραγε έχουμε ειδικώτερη κατηγορία διαρροϊκής κοπρολαγνείας: Κομφετίχ...

#2
patsis

ΧΧΧΧΧΧΧαααααααααααααχαχαχααααα!

#3
patsis

Ντάνιελ κον Φετίχ!