Πολύ μικρή δόση (συνήθως στο ποτό).

- Την πίνεις για τα καλά εσύ, τελικά...
- Σιγά μωρέ, τί πίνω; Κατά τις εφτά στάζω το πρώτο, και μην φανταστείς, ένα μπέιμπυ όλο κι όλο.
- ... και μέχρι να κοιμηθείς έχεις πιει πεντέξι στάνταρ, άσε τα μεσημεριανά, ένα ουζάκι από δω, ένα ρακί από κει, λίγο κρασάκι να πάει κάτω η μπουκιά, άσε σου λέω, τό 'χεις παραχέσει τελευταία...
- Ε, καλά, άλλο το μεσημέρι, δεν μετράνε αυτά...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

#1
iron

γιατί δεν σας έκανε ρε παίδες; στην αργκό των ποτάδικων είναι βασικός όρος (απορία εκφράζω, δεν ζητάω ψήφους).