Ξεκαθαρίζω, σκοτώνω, to smoke somebody, εκ του παστρικό.

Βλ. και παστρικιά.

- Ε ρε πόσα μεμέτια θα ξεπαστρέψω αν γίνει κάτι με τα γειτονόπουλα μας! Και ας με καθαρίσουν! Αλλά έως ότου το κάνουν ε, ρε πόσοι από δαύτους θα δαγκώσουν λάσπη...

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified