Ό,τι προσιδιάζει σε κίτρινο τύπο χαμηλού επιπέδου με κουτσομπολιά και ρέιτζ μπέιτ / κλικ μπέιτ.
Θα σου βάλω έναν εντελώς κιτρινίλα τίτλο στο άρθρο σου, για να κάνει πολλά χτυπήματα.
Ό,τι προσιδιάζει σε κίτρινο τύπο χαμηλού επιπέδου με κουτσομπολιά και ρέιτζ μπέιτ / κλικ μπέιτ.
Θα σου βάλω έναν εντελώς κιτρινίλα τίτλο στο άρθρο σου, για να κάνει πολλά χτυπήματα.
Got a better definition? Add it!
Η οσμή, κυριολεκτικώς και μεταφορικώς, της τρίτης ηλικίας.
Να γιατί υπάρχει η λεγόμενη «γεροντίλα» και πως αντιμετωπίζεται. (Εδώ).
Got a better definition? Add it!
Η μυρωδιά του πλοίου που κατατρύχει τους ναυτικούς.
Βοή της σφυρίχτρας, ομίχλη, ζέστη, κούραση, ανακατώνονται.....
Γδύσου. Θα σου δώσω για φόρεμα το πούσι… Θα πιω άλλο ένα, για χάρη της
θάλασσας… Για χάρη της γοργόνας πο ’χω στο μπράτσο µου. Που σαλτάρει
στη θάλασσα κάθε νύχτα και με κερατώνει με τον Ποσειδώνα. Γυρίζει το
πρωί που κοιμάμαι, γιομάτη φύκια και τσουκνίδες της θάλασσας. Όταν
πιάνουμε στεριά για καιρό, μαραζώνει και χάνει τα χρώματά της… Ένα
σπιτάκι στην εξοχή. Να κοιμάσαι μια βραδιά στα δυο χρόνια. Δίχως
γυναίκα στο πλάι σου. Το πρωί να σαλπάρεις… Πάλι το ντάκα ντούκου της
μηχανής, η μυρωδιά της λάντζας, ή βαπορίλα, ο μάγερας που κόβει τα
νύχια του με το μαχαίρι της κουζίνας. Βάρδια γιερνέ, γιατάκι με
κοριούς, επισκευές, μυρωδιά της μοράβιας, πίσσα βρασμένη, απόπατοι
δεξαμενής, νερό θολό στο μπουγέλο. Νερό µε τρίχες από λιοντάρια,
ποταμίσιο, μαγαρισμένο από κροκόδειλους, βρομόλογα στο τραπέζι,
τσικνισμένο ρυζόγαλο, βλαστήμια για καλημέρα, αρρώστια της λαμαρίνας.
Σκάτζα βάρδια με τράβηγμα από το χοντρό δάχτυλο του ποδιού. Βίρα.
Φούντο. Σταυροδρόμι… ΒΑΡΔΙΑ.... Νικος Καββαδιας...
Got a better definition? Add it!
Όρος του Άρη Πορτοσάλτε για την εγκατάσταση αντίσκηνου κοντά στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη από τον απεργό πείνας Πάνο Ρούτσι, πατέρα θύματος στο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών. Ο όρος χρησιμοποιείται για να στιγματίσει παρουσία ακτιβιστών σε δημόσιους χώρους. Κατά τον Νίκο Σαραντάκο, "η λέξη τσαντίρι είναι δάνειο από το τουρκικό çadιr, το οποίο με τη σειρά του παράγεται από το περσικό çādar/çādur, που σημαίνει αντίσκηνο αλλά και τέντα ή κουρτίνα. Ενδιαφέρον έχει ότι και το τσαντόρ, το φαρδύ ένδυμα που φορούν γυναίκες σε πολλές μουσουλμανικές χώρες, ετυμολογείται από την ίδια περσική λέξη". (Δες).
Got a better definition? Add it!
Περιγραφή κατάστασης εξουθένωσης. Θρησκευτικής προέλευσης από το λάδι του χρίσματος, οπότε συνώνυμο του μου φεύγει η πίστη. Βλέπε και αλλάζω τα λάδια / πετρέλαια (κάποιου/κάποιας).
Μου έχει βγει το λάδι να κάνω ντελίβερι με 40 βαθμούς καύσωνα.
Got a better definition? Add it!
Περιγραφή κατάστασης εξουθένωσης.
Μου έχει φύγει η πίστη με αυτά που μου έχουν αναθέσει.
Got a better definition? Add it!
Περιγραφή εξουθένωσης.
Έχω κλάσει το αρχίδι σε αυτή τη δουλειά.
Got a better definition? Add it!
Περιγραφή πάρα πολύ δύσκολης, εξουθενωτικής και επίπονης κατάστασης.
Άσε, έχω ρουφήξει πολλή διάρροια με το καλαμάκι σε αυτή τη δουλειά! (Εδώ).
Got a better definition? Add it!
Από τα αγγλικά αρχικά blr που σημαίνουν beyond local repair δηλαδή πέραν τοπικής επισκευής, χρειάζεται εργοστασική επισκευή. Σημαίνει μεταφορικώς εξουθένωση, μεγάλη κόπωση, διάλυση ψυχική και σωματική.
Έχω βγει μπιελάρ από τη δουλειά. Χρειάζομαι διακοπές χθες!
Got a better definition? Add it!
Σημαίνει εξουθένωση.
Έχω γίνει τέρτελο από τη δουλειά.
Got a better definition? Add it!