Η αλεπού.
Μτφ. το μούτρο, ο περπατημένος, αυτός που έχει ψηθεί στη ζωή, ξέρει όλα τα κόλπα και δε μπορεί να του τη φέρει κανείς. Ο πονηρός.

(Βλέποντας το Μίκυ Ρουρκ στην τηλεόραση στη φάση της παρακμής του):
Κοίτα ένα λούπο!

(από jesus, 24/02/11)(από electron, 24/02/11)

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified