Further tags

Αυτός που πιστεύει με ιδιαίτερη ευκολία και ταχύτητα μια πληροφορία η οποία δε θα έπρεπε να γίνει πιστευτή από αυτόν. Κοινώς, αυτός που κάνει πράξη και συνήθεια το "πίστευε και μη ερεύνα" (χωρίς 'κόμμα' μετά το 'μη').

Πληροφορία: Σε μια ψηφοφορία του ΟΗΕ δε βγήκαν τα ελληνικά διεθνής γλώσσα για μία ψήφο.
Πιστέψορας: Ρε γαμώτο κρίμα, τώρα όλος ο κόσμος θα μίλαγε αγγλικά αντί για ελληνικά.

Το δύσκολο στη χρήση του συγκεκριμένου χαρακτηρισμού είναι η διάκρισή του από τη λέξη "ευκολόπιστος". Στην πραγματικότητα ευκολόπιστος είναι αυτός που θα πιστέψει μια πληροφορία αλλά θα ανήκει σε ένα πολύ μικρό ποσοστό ατόμων που θα την πιστέψουν. Ο πιστέψορας πιστεύει μια πληροφορία αλλά συνήθως ανήκει στην πλειονότητα των ατόμων που πιστεύουν τη συγκεκριμένη πληροφορία.

Σχόλιο: Η εγκυρότητα της πληροφορίας είναι άσχετη με τον χαρακτηρισμό, το θέμα είναι αν θα έπρεπε κάποιος να την πιστέψει ή όχι καταρχήν. Ποιος το κρίνει αυτό όμως; Συνήθως είναι ρευστό, καθώς η ενημέρωση και η πρόσβαση που έχει ο μέσος άνθρωπος σε πληροφορίες συνεχώς αυξάνεται. Ως εκ τούτου, διαπιστώνουμε ότι ο πιστέψορας του 1980 μπορεί να είναι ευκολόπιστος το 2020. Όπως ακριβώς και ένας άνθρωπος ύψους 178cm θεωρείτο ψηλός το 200 π.Χ. αλλά για το 2020 μ.Χ. είναι κανονικός.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

αναφορά σε μυθικό πρόσωπο συνδικαλιστή ΕΑΑΚ στη σχολη Μεταλλειολόγων του ΕΜΠ (ΑΧΜΜΕΤ) γνωστό για την ικανότητά του να μιλάει 40 λεπτά χωρίς να λεει τίποτα συγκεκριμένο.

-Τελειώνει η Γενική Συνέλευση? -Όχι, μόλις ξεκίνησε να μιλάει ο Αλεμάο,έχεις χρόνο να πας και για καφέ

Got a better definition? Add it!

Published

περιγράφει προχωρημένη κατάσταση ελευθερίας (από το έτερον ήμισυ) ατόμου (γυναίκα/άντρα) που βρίσκεται σε σχέση

- Γιώργο θα βγείτε σήμερα με την Μαρία?
- Όχι θα βγει με τις φίλες της
- Την έχεις φουλ λάσκα, μπράβο!

Got a better definition? Add it!

Published

η εκφραση χρησιμοποιείται ώστε να δώσει έμφαση κυρίως για άτομα (άντρα/γυναίκα/παιδιά) που έχουν αφεθεί ελεύθεροι σε επικίνδυνο βαθμό...

- Μαρία που είναι ο Γιώργος?
- Εξω με τους φίλους του
- Πολύ αζάτικο τον έχεις αφήσει τελευταία..για πρόσεχε

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αυτή η μπιτσικιά νομίζει ότι αν φοράει τζιν με σκισιματα και κάνει contouring, θα τραβήξει την προσοχή όλου του σχολείου.

Προέρχεται από συνδυασμό των λέξεων 'βασικιά' και 'μπιτς'(αγγλικά bitch). Χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει την κοπέλα που ντύνεται και συμπεριφέρεται όπως επιτάσσει η μάζα (basic), αλλά με πιο προκλητικό κάπως τρόπο (bitch) , ώστε να γίνεται το επίκεντρο της προσοχής.

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που είναι μεν καυλωμένος αλλά λόγω έλλειψης ερωτικής συντρόφου το ρίχνει στη μαλακία. Κατ' επέκταση δηλώνει τον άντρα που δεν έχει σχέση για μεγάλο διάστημα. Δεν πρέπει να συγχέεται με τον μαλακοκαύλη (μαλακοκαύλης)

Ο Γιάννης έχει να βγει ραντεβού με γυναίκα πάνω από δυο χρόνια. Καυλομαλάκας κατάντησε.

Got a better definition? Add it!

Published

Βασικά είναι o εντελώς αφρόντιστος, ατημέλητος. Όμως με την εξασύλλαβη έμμετρη σύνθετη αυτή λέξη, που τη λες και γεμίζει το στόμα σου, περιγράφεται-χαρακτηρίζεται γλαφυρά, χορταστικά, έντονα απαξιωτικά και με έμφαση και ο τιποτένιος, ο κουρελής, ο κακομοίρης, ο αποτυχημένος, ο περιθωριακός, ο προβληματικός κλπ.

2 μόρτισσες συζητούν:- Τι να σου λέω φιλενάδα? πήγα τις προάλλες στον χορό που λέγαμε, μπας και βρω κάναν άντρα της προκοπής, αλλά μόνο κάτι ξεπαρταλιασμένοι ήσαν εκεί.

Got a better definition? Add it!

Published

ο παραμυθάς για αυτό που λέει ότι είναι

Got a better definition? Add it!

Published

κάποιος με παχιά χαρακτηριστικά προσώπου και πομπώδη τρόπο ομιλίας

Got a better definition? Add it!

Published

ο χοντροκώλης, αυτός που περπατάει σαν συγκαμμένος

Got a better definition? Add it!

Published