Further tags

Συντομογραφία του "Να πας στο γέρο-διάβολο". Συνήθως χρησιμοποιείται από άτομα μεγάλης ηλικίας της Ελληνικής επαρχίας.

- Κοίτα Γιαγιά, η εγγονή της θείας Ασπασίας στη δίπλα ξαπλώστρα!
- ΟΥΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑ η βρωμιάρα φοράει αυτά τα ξέκωλα μαγιό

Got a better definition? Add it!

Published

Ο ενήλικας άντρας που φέρεται ανώριμα και σαν μικρό παιδί. Χρησιμοποιείται κατ' εξοχήν ειρωνικά.

- Του είπα ότι είναι μαλάκας κατάμουτρα και στράβωσε τέρμα. Με έσβησε απ' το Facebook!
- Ρε μην ασχολείσαι, είναι πολύ παιδάκης ο τύπος

Got a better definition? Add it!

Published

Οι χρήστες ηρωίνης. Λέγονται έτσι λόγω επειδής έχουν αμφότεροι μαύρα μάτια.

Με πήρε τηλέφωνο το αφεντικό, μου είπε να κατεβάσω τα ρολά άμα λείψω έστω και λίγο μη μπει κανένα ρακούν στο μαγαζί... Εν τω μεταξύ που να βρεθεί ρακούν στην Ομόνοια;

Got a better definition? Add it!

Published

Σιτεμένη ελλεεινίδα που τρίζουν ακόμη τα λουριά της και περιδιαβαίνει στο ίντερνετ ψαρεύοντας πύρκαυλους στερημένους γιδέμπορες με σεξουαλικά υπονοοούμενα λολίτας και πολιτικά σχόλια συνάμα.

Ψαρεύει διαδικτυακά φαλλούς πολλές φορές υποστηρίζοντας ακτιβιστικές και ριζοσπαστικές δράσεις, απόψεις ή πολιτικές. Αλληλέγγυο κούγκαρ με σημαία.

Συνώνυμα: συνταξιούχος λολίτα, γεροντομούνα ή καυλόγρια

Δηλώνει δημόσια ότι τα καταπίνει η Λίνα, κάτοικος Αγγλίας λίγο πριν τη σύνταξη, μπας και ψαρέψει κανένα τεκνό. Αυθεντική καυλογερόντισσα.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Αγγλιστί roof, λογοπαίγνιο του ρουφ (ολογραφώς ρουφιάνος).

- Το γκρουπ αυτό είναι γεμάτο οροφές.

Got a better definition? Add it!

Published

αυτός/ή που γαμιέται.

Από την αγγλική λέξη fuck και την κατάληξη -ee (=αυτός που είναι to αντικείμενο του αντίστοιχου ρήματος, π.χ. employee, payee)

Βολεύτηκε ο Νίκος, βρήκε φακή.

Got a better definition? Add it!

Published

Όταν κάποιος κάποιος τρελένεται, ταράζεται, εκλπήσσεται , η πιο ακριβής περιγραφή για τη λέξη Μάντι είναι "σκάει επιληψία".

Μαλάκα δε φαντάζεσαι τι έγινε χθές τρελό μάντι μαλώσανε οι γείτονες και βριζόντουσαν στο δρόμο.

Δεν αντέχω να διαβάσω άλλο έχω σκάσει μάντι θα τα παρατήσω.

Καλά ο Νίκος είναι full μάντις άμα του πεις τίποτα σηκώνεται και φεύγει.

Got a better definition? Add it!

Published

Γαλοπούλα λέμε κάποιο άτομο όταν του συμβαίνει κάτι και κάνει σαν να έχει πάθει επιληψία , ταράζεται και γενικότερα τρελένεται, ή σκάει Μάντι

Ρε ο Φάνης κόπηκε πάλι με 3,5 στο μάθημα και μεταμορφώθηκε σε γαλοπούλα

Ηρέμησε ρε μαλάκα μην κάνεις σα γαλαπούλα άραξε όλα καλά θα πάνε

Καλά έπρεπε να δείς τον Γιώργο όταν έχασε στο fifa τρελή γαλοπούλα

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Χαρακτηρισμός(μερικές φορές και ρήμα: σμιγγολιάζω, ή και μόνο του σαν πράξη) που αποδίδεται σε κάποιον/α όταν κλείνεται σπίτι του, αποφεύγει κοινωνική αλληλεπίδραση και τον κάνει να νιώθει άβολα, δεν πλένεται , δεν φροντίζει τον εαυτό του και χαλάει το χρόνο του στο βρώμικο του σπίτι χώρις να κάνει τίποτα παραγωγικό.

Ρε μαλάκα ο Γιάννης έχει γίνει σμίγγολας πάλι κάθεται σπίτι παίζει παιχνίδια και τρώει πίτες δύο βδομάδες συνεχόμενα.

Καλά η Ελένη έκανε τρελό σμίγγολ πέρασε απο δίπλα μου τις προάλλες και δε με χαιρέτησε.

Ρε μαλάκα σμίγγολ κάνε ένα μπάνιο να πάμε για μια μπύρα με γαμιέσε.

Got a better definition? Add it!

Published

Μην μπερδεύεστε. Το λήμμα δεν αποτελεί ούτε προσταγή, ούτε προτροπή. Είναι επιθετικός προσδιορισμός που χαρακτηρίζει περιφραστικά μια γυναίκα θελκτική, παθιάρα, με ωραίες αναλογίες και καμπύλες, με σαγηνευτικό ντύσιμο και βλέμμα, έναν κόμματο, μια μουνάρα, μια θεογκόμενα και πάει λέγοντας.

Ο αφηγητής στην αντροπαρέα: -Κι εκεί που καθόμαστε στο καφέ, σκάει η Σούλα μαζί με την ξαδέλφη της απ το χωριό, που ήρθε να την δει στην Αθήνα. Μια γκόμενα, μα τι γκόμενα ?! :"μαζευτείτε να την παίξουμε".

Got a better definition? Add it!

Published