Further tags

Χαρακτηρισμός για γυναίκα που κάνει παντρεύεται με ομοφυλόφιλο άντρα για να διατηρήσει για λόγους status την ψευδαίσθηση πως είναι ετεροφυλόφιλος

Είναι γνωστό πως ο Kanye είναι gay (ή έστω bi) και η Kim είναι γένια

Got a better definition? Add it!

Published

Εαν καθίσουμε λίγο και το σκεφτούμε θα συνειδητοποιήσουμε ότι κάθε σόι ευρύτερο ή και στενό, το δικό μας, αλλά και φίλων και γνωστών, έχει τουλάχιστον ένα άτομο το οποίο είναι απροσάρμοστο, εγωϊστικό, εριστικό και που για να μη το υπεραναλύσουμε εντάσσεται στη γενικότερη κατηγορία του μαλάκα. Ο σοφός λαός γνωρίζοντάς το αυτό, συνήθιζε να χρησιμοποιεί την έκφραση αυτή που έμεινε μέχρι τις μέρες μας, για να χαρακτηρίσει κάποιο τέτοιο άτομο το οποίο γνώριζε σε οικογενειακό πλαίσιο και πιθανώς για να τονίσει τη διαφορά με την υπόλοιπη οικογένεια του, η οποία είναι πιο συμπαθής. Όπως δηλαδή κάθε σπιτικό έχει αναγκαστικά και ένα χώρο στον οποίον οι άνθρωποι χέζουν, έτσι φυσιολογικά και αναπόφευκτα κάθε οικογένεια έχει και τον μαλάκα της. Τώρα, εάν στο δικό σας σόι δεν υπάρχει κανένας μαλάκας δε θέλω να σας βάλω σε σκέψεις αλλά...

-Τ' άκουσες για τον γιό του κύριου Δημήτρη του γείτονα? Τον πιάσανε για κάτι κομπίνες που έκανε στο μαγαζί του και τώρα τρέχει στα δικαστήρια

-Ε, κάθε σπίτι έχει και το αφοδευτήριο του

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Περιπεκτικά και ειρωνικά, ο επίδοξος, ο ελπιδοφόρος, ο τάχαμ-δήθεν, ο ντεμέκ, ο "και καλά", ο έτσι κι έτσι, ο υποτιθέμενος, ο μέτριος, ο ατάλαντος και ανεπαρκής με υψηλές προσδοκίες και φιλοδοξίες που αδυνατεί να επιτύχει, η αποτυχημένη και γελοία απομίμηση.

Απο το εγγλέζικο wannabe (want to be=θα 'θελε να 'ναι) που χρησιμοποιείται με την ίδια σημασία.

Αναφερόμενοι στον νέο ψιλό-ασήμαντο προπονητή.

Ερώτηση:-Ποιος είναι ο κύριος που έρχεται?

Απάντηση:-Α! ο καινούργιος ...γουαναμπής προπονητής.

γουαναμπής Τραβόλτα

Got a better definition? Add it!

Published

Κοινώς οι ψεκασμένοι, τσιπάκια παντού, συνομοσία ερπετοειδών κτλ κτλ ο ψέκας σαν συντομογραφία προσθέτει λούμπεν πόντους στο ήδη καμένο (sic) και ψεκασμένο.

- Θα μας γεμίσει ο Μπιλ Γκέιτς τσιπάκια με τις μάσκες
- Ασε ρε μάλακα ψέκα, μας έχεις πρήξει με τις παπαριές σου
- Ναι ρε, αλήθεια είναι....

Got a better definition? Add it!

Published

Το πολύ τραβηγμένο, το υπερβολικό, το πέραν κάθε ορίου

Αυτός είναι ακραίος μαλάκας σου λέω ρε

Got a better definition? Add it!

Published

Αυτός που κοιμάται όρθιος, ο εντελώς άχρηστος

Αυτός ο προπονητής είναι τρομερός νύχτας. Κάνει τις αλλαγές στο 89’

Got a better definition? Add it!

Published

Η γυναίκα που έχει φαρδύ κόλπο, που έχει "ξεχειλώσει" το αιδοίο της από το πολύ σεξ. Κατ' επέκταση η εύκολη, η νυμφομανής, η πόρνη.

"Το Μαράκι δεν έχει αφήσει άντρα για άντρα στο γραφείο, με όλους έχει πάει. Μεγάλη μητροφάλαγγα λέμε".

Got a better definition? Add it!

Published

πολιτικός όρος που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τα αποστρατευμένα μέλη αριστερών κυρίως οργανώσεων που απογοητεύτηκαν και εγκατέλειψαν την πολιτική δράση. Στο περιθώριο πλέον του κινήματος, συχνάζουν σε μπαρ και καταναλώνουν ουίσκι λέγοντας ιστορίες από τα παλιά, για το πόσο πληγώθηκαν και το πόσο τίποτα δεν αξίζει πια. Αγαπημένες τους φράσεις "'ασε με φιλαράκι, τα ξέρω" και "εγώ τους τα έλεγα τότε για τη γραμμή τους".

1) - Ρε πέτυχα χτες τον Λευτέρη! Τον ρώτησα που χάθηκε τόσο καιρό και κατάλαβα ότι έχει γίνει ουισκάτος.
- Ναι ρε από το δημοψήφισμα και μετά είναι ουισκάτος αυτός

2) -Έχεις δοκιμάσει το Nikka, το γιαπωνέζικο ουίσκι; τρομερό φίλε! Πιάσε 2 Nikka μάστορα (σσ προς τον σερβιτόρο).. Α και τί λέγαμε; ναι, άσε τα ξέρω μωρέ, όλοι σάπιοι είναι, τα έζησα από μέσα
- Είσαι πολύ καιρό ουισκάτος;

Got a better definition? Add it!

Published

Εναλλακτικά, ο 'Αδωνις Γεωργιάδης

Βγηκε παλι η σβουνια στα καναλια και μυρισε σταβλο η γειτονια

Got a better definition? Add it!

Published

Σλανγκιὰ παλαιᾶς κοπῆς, ἐν χρήσει στὸ ΕΜΚ* καὶ στὸ ΕΜΠ** τὴ δεκαετία τοῦ 1970.

Εἶναι ὁ "ἀσχολούμενος συστηματικῶς μὲ τὸν βασανισμὸν τοῦ ὑπογαστρίου δαίμονος", ὅπως ἔλεγε κάποιος φιλόλογος τῆς δεκαετίας τοῦ 1960.

Στὰ καθ᾿ ἡμᾶς ὁ μαλάκας.

*ΕΜΚ: Τὸ καφενεῖο "Μετσόβιο", φοιτητικὸ στέκι, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πλαϊνὴ εἴσοδο τοῦ Πολυτεχνείου στὴ Στουρνάρα. Ὁ Τάσος, ὁ καφετζῆς τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, ἀπαντοῦσε στὸ τηλέφωνο λέγοντας:

"Ἐδῶ Ἐθνικὸ Μετσόβιο Καφενεῖο".

**ΕΜΠ: Τὸ Ἐθνικὸ Μετσόβιο Πολυτεχνεῖο, φυσικά.

Συνώνυμα: πετσαδόρος, πετσάκιας, βυρσοδέψης, αὐτὸς ποὺ ματώνει τὸ πετσάκι του

Ὅποτε παιζόταν στὸ Μετσόβιο πρέφα τοῦ χαβαλέ, δηλ. χωρὶς κάποιο σοβαρὸ χρηματικὸ ἔπαθλο, μαζεύονταν διάφοροι ἀργόσχολοι γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι καὶ σχολίαζαν. Ὅταν κάποιος παίκτης ἔκανε μαλακία κι "ἔμπαινε μέσα", τραγουδοῦσαν ὅλοι (στὸ σκοπὸ τοῦ ρεφραίν ἀπὸ τὸ τραγοῦδι "Λὰ Κουκαράτσα"):

Κυρ-ἀστυνόμε, κυρ-ἀστυνόμε, βάλτον μέσα τὸν πετσή,

καὶ ἂν ἔμπαινε "σόλο", συνέχιζαν:

κυρ-ἀστυνόμε, κυρ-ἀστυνόμε, βάλτον σόλο τὸν πετσή.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified