Further tags

πολιτικός όρος που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τα αποστρατευμένα μέλη αριστερών κυρίως οργανώσεων που απογοητεύτηκαν και εγκατέλειψαν την πολιτική δράση. Στο περιθώριο πλέον του κινήματος, συχνάζουν σε μπαρ και καταναλώνουν ουίσκι λέγοντας ιστορίες από τα παλιά, για το πόσο πληγώθηκαν και το πόσο τίποτα δεν αξίζει πια. Αγαπημένες τους φράσεις "'ασε με φιλαράκι, τα ξέρω" και "εγώ τους τα έλεγα τότε για τη γραμμή τους".

1) - Ρε πέτυχα χτες τον Λευτέρη! Τον ρώτησα που χάθηκε τόσο καιρό και κατάλαβα ότι έχει γίνει ουισκάτος.
- Ναι ρε από το δημοψήφισμα και μετά είναι ουισκάτος αυτός

2) -Έχεις δοκιμάσει το Nikka, το γιαπωνέζικο ουίσκι; τρομερό φίλε! Πιάσε 2 Nikka μάστορα (σσ προς τον σερβιτόρο).. Α και τί λέγαμε; ναι, άσε τα ξέρω μωρέ, όλοι σάπιοι είναι, τα έζησα από μέσα
- Είσαι πολύ καιρό ουισκάτος;

Got a better definition? Add it!

Published

Εναλλακτικά, ο 'Αδωνις Γεωργιάδης

Βγηκε παλι η σβουνια στα καναλια και μυρισε σταβλο η γειτονια

Got a better definition? Add it!

Published

Σλανγκιὰ παλαιᾶς κοπῆς, ἐν χρήσει στὸ ΕΜΚ* καὶ στὸ ΕΜΠ** τὴ δεκαετία τοῦ 1970.

Εἶναι ὁ "ἀσχολούμενος συστηματικῶς μὲ τὸν βασανισμὸν τοῦ ὑπογαστρίου δαίμονος", ὅπως ἔλεγε κάποιος φιλόλογος τῆς δεκαετίας τοῦ 1960.

Στὰ καθ᾿ ἡμᾶς ὁ μαλάκας.

*ΕΜΚ: Τὸ καφενεῖο "Μετσόβιο", φοιτητικὸ στέκι, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν πλαϊνὴ εἴσοδο τοῦ Πολυτεχνείου στὴ Στουρνάρα. Ὁ Τάσος, ὁ καφετζῆς τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, ἀπαντοῦσε στὸ τηλέφωνο λέγοντας:

"Ἐδῶ Ἐθνικὸ Μετσόβιο Καφενεῖο".

**ΕΜΠ: Τὸ Ἐθνικὸ Μετσόβιο Πολυτεχνεῖο, φυσικά.

Συνώνυμα: πετσαδόρος, πετσάκιας, βυρσοδέψης, αὐτὸς ποὺ ματώνει τὸ πετσάκι του

Ὅποτε παιζόταν στὸ Μετσόβιο πρέφα τοῦ χαβαλέ, δηλ. χωρὶς κάποιο σοβαρὸ χρηματικὸ ἔπαθλο, μαζεύονταν διάφοροι ἀργόσχολοι γύρω ἀπὸ τὸ τραπέζι καὶ σχολίαζαν. Ὅταν κάποιος παίκτης ἔκανε μαλακία κι "ἔμπαινε μέσα", τραγουδοῦσαν ὅλοι (στὸ σκοπὸ τοῦ ρεφραίν ἀπὸ τὸ τραγοῦδι "Λὰ Κουκαράτσα"):

Κυρ-ἀστυνόμε, κυρ-ἀστυνόμε, βάλτον μέσα τὸν πετσή,

καὶ ἂν ἔμπαινε "σόλο", συνέχιζαν:

κυρ-ἀστυνόμε, κυρ-ἀστυνόμε, βάλτον σόλο τὸν πετσή.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Εν ολίγοις, αυτός που προσπαθεί να περάσει το μέσο όρο στο χόμπυ/πεδίο που τον ενδιαφέρει, συνήθως ερασιτέχνης και συνήθως σπασαρχίδης. 'Ενας επαγγελματίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιδοσάκιας. Ερασιτέχνης δρομέας με τα σούπερ ντούπερ ντράι φιτ φανελάκια και τα παπούτσια με γέλη, παρόλο που έχει αφιερώσει χρόνο, και θα μπορούσες να του δώσεις και ένα ρισπέκτ, σου σπάει τ’αρχίδια με τις χρονομετρήσεις κτλ κτλ. Θετικό επίσης ότι κρατιέται σε φόρμα και δεν έχει κάνει κοιλαρόνι, μπάκα στο πιο επιστημονικό, αλλά στα 45 προσέχει μην χάσει το παιχνίδι με τα γκομενάκια (συνήθως μικρότερα). Επίσης, κομπιουτεράδες που βάζουν τα ψηφιακά τούρμπο μπας και δουν τσόντα 5msec πιο γρήγορα θα μπορούσαν τα χαρακτηριστούν ώς επιδοσάκιδες-και στη μαλακία.

- Ρε τι μαλάκας αυτός ο δρομέας, πήρε φόρα και έπεσε στη λάσπη, χαχα -Επιδοσάκιας.

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified

Από το τούρκικο kümes, δηλαδή ένας κλειστός χώρος στέγασης και εκτροφής για πουλερικά, Π.χ. το κοτέτσι (tavuk kümes) που φιλοξενεί όρνιθες (κότες).

Όσοι εκτρέφουν περιστέρια χρησιμοποιούν κατά κόρον αυτή τη λέξη για τον χώρο στέγασης των πτηνών τους.

Πιο ορθά και ολοκληρωμένα η έκφραση είναι:"από καλό κουμάσι".

Αρχικά αναφέρεται μεταφορικά και με θετική σημασία για υγιές, θαλερό και ικανό πτηνό από καλή γενιά και καλόν εκτροφέα.

Όταν όμως αναφέρεται για άτομο τότε η έκφραση έχει αντίθετη, ειρωνική, μεταφορική σημασία, υπονοώντας απαξιωτικά και με αρνητική επισήμανση άνθρωπο με κακή προέλευση, καταγωγή και παρελθόν, δόλιο, πονηρό, πανούργο κλπ

Α:-τον είδες τι έκανε? Ακόμα δεν πάτησε το πόδι του κι άρχισε τις πονηριές. Β:-άσε, τον ξέρω από παλιά. Είναι καλό κουμάσι και του λόγου του.

Got a better definition? Add it!

Published

Είναι αυτός που ακολουθεί την μόδα χωρίς όμως αυτό να του ταιριάζει. Επίσης, κάποιος που αφήνει μακρύ μαλλί χωρίς να στηρίζει αυτήν την εμφάνιση με την συμπεριφορά του. Συνήθως ο βλαχοκαρές αισθάνεται μεγάλη ασφάλεια πίσω από τα μαλλιά του και δεν συμμετέχει ιδιαίτερα σε κουβέντες με άλλους, απλώς παρευρίσκεται.

- Ρε συ, πάμε στο πάρτυ θα ναι και ο Όθων

- Άντε ρε, τον βλαχοκαρέ να πούμε, που μου σκάει 25 χρονών μαντράχαλος με φόρμα και μάρτινς!

Got a better definition? Add it!

Published

Ο ψευτόμαγκας/κουραδόμαγκας.

Μη δίνεις σημασία στις απειλές του. Τσαρβατζής είναι.

Παρόμοια και το παράγωγο "τσαρβατζιές": οι απειλές χωρίς ιδιαίτερο νόημα καθώς αυτός που τις εκτοξεύει είναι πολύ φοβητσιάρης για να τις φέρει εις πέρας.

Μη δίνεις σημασία στις τσαρβατζιές του.

Got a better definition? Add it!

Published

Συντομογραφία του "Να πας στο γέρο-διάβολο". Συνήθως χρησιμοποιείται από άτομα μεγάλης ηλικίας της Ελληνικής επαρχίας.

- Κοίτα Γιαγιά, η εγγονή της θείας Ασπασίας στη δίπλα ξαπλώστρα!
- ΟΥΣΤΟΓΕΡΟΔΙΑ η βρωμιάρα φοράει αυτά τα ξέκωλα μαγιό

Got a better definition? Add it!

Published

Ο ενήλικας άντρας που φέρεται ανώριμα και σαν μικρό παιδί. Χρησιμοποιείται κατ' εξοχήν ειρωνικά.

- Του είπα ότι είναι μαλάκας κατάμουτρα και στράβωσε τέρμα. Με έσβησε απ' το Facebook!
- Ρε μην ασχολείσαι, είναι πολύ παιδάκης ο τύπος

Got a better definition? Add it!

Published

Οι χρήστες ηρωίνης. Λέγονται έτσι λόγω επειδής έχουν αμφότεροι μαύρα μάτια.

Με πήρε τηλέφωνο το αφεντικό, μου είπε να κατεβάσω τα ρολά άμα λείψω έστω και λίγο μη μπει κανένα ρακούν στο μαγαζί... Εν τω μεταξύ που να βρεθεί ρακούν στην Ομόνοια;

Got a better definition? Add it!

Published