Απέναντι στα καλιαρντά [τσαρδο (= σπίτι, κατοικία) + φάτσα (faccia=όψη)]

Βλέπε και εδώ.

Ντικ πως δικέλει ιμάντες η αγαθόκλα τσαρδόφατσα! Τζους μωρή!

Got a better definition? Add it!

Published
Last modified