Η οσμή της αρχομένης σήψης, κυριολεκτικώς και μεταφορικώς. Ετυμολογία: μεσαιωνική ελληνική μπαγιάτι (ουδέτερο για αμάρτυρο τύπο **μπαγιάτ(ης)* [1] + -ικος < οθωμανική τουρκική بیات (τουρκική bayat) < αραβική بائت (bā̕it, ψωμί περασμένης νύχτας, παλιό).

Οι ιδέες σας μυρίζουν μπαγιατίλα.

Got a better definition? Add it!

Published